Αναμνήσεις μίας πανδημίας: γιατί ο φόβος και ο πανικός για τον χανταϊό έρχονται πριν απ' τις πληροφορίες
Η είδηση για τα κρούσματα του χανταϊού προκάλεσε ένα κύμα αλυσιδωτών αντιδράσεων που οδήγησαν στο φόβο για μία νέα πανδημία.
Και ενώ αυτός ο πανικός μπορεί να είναι υπερβολικός, ο συλλογικός φόβος σπάνια αναδύεται από το πουθενά.
Οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζουν τις απειλές ως αμερόληπτοι παρατηρητές· τις ερμηνεύουμε μέσα από τη μνήμη, τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του παρελθόντος.
Ενεργοποιούν ένα ψυχολογικό σύστημα που διαμορφώνεται από την αβεβαιότητα, την απώλεια και τον παρατεταμένο φόβο, όπως γράφει σε άρθρο της στο The Conversation η Καθηγήτρια Ψυχολογίας Mónica Pachón-Basallo.
Για να κατανοήσουμε γιατί ορισμένοι αντιδρούν με ανησυχία ενώ άλλοι αποφεύγουν εντελώς το θέμα, πρέπει πρώτα να κατανοήσουμε πώς ο εγκέφαλος μαθαίνει από τον κίνδυνο — και γιατί ορισμένες εμπειρίες αφήνουν σημάδια που συνεχίζουν να διαμορφώνουν την αντίληψή μας πολύ καιρό μετά την παρέλευση της άμεσης απειλής.
Ας ξεκινήσουμε με ένα καθιερωμένο γεγονός της γνωστικής ψυχολογίας: ο εγκέφαλός μας δεν αντιμετωπίζει το καλό και το κακό συμμετρικά.
Σε ένα άρθρο του, ο Αμερικάνος κοινωνικός ψυχολόγος Roy Baumeister και οι συνεργάτες του απέδειξαν ότι τα αρνητικά γεγονότα υποβάλλονται σε βαθύτερη επεξεργασίας, τα θυμόμαστε με περισσότερες λεπτομέρειες και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, και αφήνουν πιο μόνιμα ίχνη από τα θετικά γεγονότα.
Αυτό δεν είναι ελάττωμα, αλλά μια εξελικτική λύση: ένας οργανισμός που μαθαίνει γρηγορότερα από τις απειλές επιβιώνει καλύτερα.
Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η αμυγδαλή (μια κεντρική δομή του μεταιχμιακού συστήματος) λειτουργεί ως ανιχνευτής απειλών, επεξεργάζοντας σήματα κινδύνου πριν ο προμετωπιαίος φλοιός μπορέσει να τα αξιολογήσει ορθολογικά.
Και όταν αυτό το σύστημα έχει εκπαιδευτεί από μια εμπειρία τόσο έντονη όσο η COVID-19, η αντιδραστικότητα ενεργοποιείται πολύ πιο εύκολα.
