Ανοίγοντας την πραγματική συζήτηση

Ανοίγοντας την πραγματική συζήτηση

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Μέχρι τώρα απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα δεν έχει υπάρξει ένα αντίπαλο δέος. Φαίνεται αυτό και στις δημοσκοπήσεις που καταγράφουν ότι η Νέα Δημοκρατία δεν έχει καμία πιθανότητα να πετύχει όχι μόνο την αυτοδυναμία, αλλά ακόμη και ένα ποσοστό 30%, όμως την ίδια στιγμή δεν δείχνουν να υπάρχει ακόμη ένας πολιτικός σχηματισμός που να μπορεί να πάρει την εξουσία και να ασκήσει τη διακυβέρνηση.

Αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό αποκαλυπτικό για τα πραγματικά όρια της σημερινής αντιπολίτευσης, η οποία μπορεί να καταγγέλλει τη μία ή την άλλη κυβερνητική επιλογή ή να αναδεικνύει το πολύ σοβαρό πρόβλημα διαφθοράς ή την υπονόμευση του κράτους δικαίου, όμως την ίδια στιγμή δεν διατυπώνει επί της ουσίας πειστική εναλλακτική πρόταση. Εκφράζει αιτήματα ή συνθήματα που μεταφράζουν την αποδοκιμασία της κοινωνίας, όχι όμως και μια πρόταση διακυβέρνησης που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε μια πραγματικά διαφορετική πορεία.

Αυτό οφείλεται σαφώς και στο γεγονός ότι οι σημερινοί σχηματισμοί της αντιπολίτευσης βρίσκονται σε κρίση αδυνατώντας να είναι προγραμματικά εργαστήρια για ένα διαφορετικό τρόπο διοίκησης και άσκησης της εξουσίας  ικανό να βγάλει τη χώρα από τα σημερινά αδιέξοδα.

Πρώτα από όλα γιατί αποφεύγει τον πειρασμό μιας γενικόλογης γλώσσας που υπακούει περισσότερο στην επικοινωνία και πολύ λιγότερο στην ουσία.

Δεύτερο, γιατί περιγράφει την πραγματική πρόκληση, δηλαδή την ανάγκη να υπάρξει μια σύγχρονη κυβερνώσα Αριστερά, δηλαδή μια πολιτική δύναμη που να έχει καθαρές θέσεις υπέρ της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δημοκρατίας και ταυτόχρονα να είναι έτοιμη να ασκήσει την κυβερνητική εξουσία και να μην περιοριστεί απλώς στη διαμαρτυρία.

Τρίτον, γιατί δείχνει ποιες είναι οι πολιτικές δυνάμεις και τα ιδεολογικά ρεύματα που θα πρέπει σήμερα να βρουν τον τρόπο να συνεννοηθούν και να αποτελέσουν μια σύγχρονη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη: η σοσιαλδημοκρατία, η ριζοσπαστική και κινηματική αριστερά και η οικολογία.

Τέταρτον, γιατί επιμένει ταυτόχρονα στην ανάγκη της βαθιάς αλλαγής και του μετασχηματισμού και ταυτόχρονα στην επίγνωση ότι αυτό απαιτεί και έναν ρεαλισμό.

Πέμπτο, γιατί προσπαθεί να χαράξει έναν διαφορετικό αναπτυξιακό δρόμο για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, όπου οι διαφορετικές πλευρές, από την αναδιανομή εισοδήματος και την έμφαση σε επενδύσεις σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας μέχρι την Πράσινη Μετάβαση και την αναμέτρηση με τις μεγάλες προκλήσεις της ψηφιακής εποχής, ενσωματώνονται σε μια συνολική οπτική που στο κέντρο της έχει τους εργαζομένους, την αγροτιά και την μεσαία τάξη δηλαδή τις κοινωνικές δυνάμεις που μοχθούν και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής κοινωνίας.

Προφανώς και ένα τέτοιο μανιφέστο δεν θα μπορούσε να είναι πλήρες. Αυτό θα απαιτήσει έναν ευρύτερο διάλογο με την κοινωνία, με τα κοινωνικά κινήματα, με το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, αλλά και την υγιή επιχειρηματικότητα και αξιοποίηση της συλλογικής εμπειρίας και γνώσης που έχουν. Όμως, κάνει το κρίσιμο πρώτο αποφασιστικό βήμα, για να μπορέσει να γίνει η συζήτηση πάνω στις πραγματικές της βάσεις. Και με το βλέμμα στραμμένο στην κοινωνία και την αγωνία της.