Το δημογραφικό ζήτημα και οι προκλήσεις για τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση
Η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού αποτελεί μια καταγεγραμμένη στατιστική πραγματικότητα σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, το επίκεντρο του προβλήματος δεν εντοπίζεται στα στατιστικά μοντέλα της δημογραφίας, αλλά στις πολιτικές επιλογές διαχείρισης αυτού του φαινομένου.
Η στρατηγική των κυβερνήσεων απέναντι στο δημογραφικό οδηγεί σε συρρίκνωση παροχών και αύξηση των ορίων ηλικίας
Τα τελευταία χρόνια, η αλλαγή της ηλικιακής πυραμίδας αξιοποιείται συχνά για την προώθηση πολιτικών που μεταβάλλουν τον χαρακτήρα του κοινωνικού κράτους, μετακυλίοντας σταδιακά το δημοσιονομικό βάρος στους εργαζόμενους και τους πολίτες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, τα οποία παρουσιάζονται σε αναλύσεις εντύπων όπως το The Economist, ο δείκτης εξάρτησης –η αναλογία δηλαδή των συνταξιούχων προς τον ενεργό οικονομικά πληθυσμό– αυξάνεται σταθερά.
Βασιζόμενες σε αυτά τα δεδομένα, οι κυβερνήσεις στις περισσότερες δυτικές χώρες προωθούν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο διαχείρισης: τη συρρίκνωση των δημόσιων παροχών και την οριζόντια αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, αποφεύγοντας την εφαρμογή μέτρων που θα διασφάλιζαν πρόσθετους πόρους για τα ασφαλιστικά ταμεία μέσω της φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων ή των εταιρικών κερδών.
Η εφαρμογή οριζόντιων αυξήσεων στα όρια ηλικίας δημιουργεί σοβαρές ανισότητες, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη τη φύση της επαγγελματικής δραστηριότητας. Ενώ για τους υπαλλήλους γραφείου η παραμονή στην εργασία σε μεγαλύτερη ηλικία είναι συχνά εφικτή, για τους εργαζόμενους στη βιομηχανία, τις κατασκευές, την εστίαση ή τον αγροτικό τομέα είναι πρακτικά αστήρικτη. Ένας εργαζόμενος σε βαριές χειρωνακτικές εργασίες σπάνια διαθέτει τις βιολογικές αντοχές να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του επαγγέλματός του σε ηλικία άνω των 70 ετών. Ως αποτέλεσμα, μεγάλο μέρος του πληθυσμού οδηγείται είτε σε πρόωρη συνταξιοδότηση με μειωμένες αποδοχές, είτε στην ανεργία κατά την τελευταία περίοδο του εργασιακού του βίου.
Οικονομολόγοι και ειδικοί κοινωνικής πολιτικής επισημάνουν ότι το ζήτημα της βιωσιμότητας των συντάξεων είναι πρωτίστως ζήτημα αναδιανομής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η άρνηση των κυβερνήσεων να προσαρμόσουν το φορολογικό και ασφαλιστικό πλαίσιο στις σύγχρονες οικονομικές συνθήκες –όπου ο πλούτος συγκεντρώνεται σε λιγότερα χέρια και η παραγωγικότητα αυξάνεται– αποτελεί πολιτική επιλογή. Η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής προϋποθέτει την αναζήτηση πόρων από τη φορολόγηση του συνολικά παραγόμενου πλούτου και όχι αποκλειστικά από τις μειωμένες εισφορές των εργαζομένων. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, οι πιέσεις στο κοινωνικό κράτος θα συνεχιστούν, με τους πολίτες να επωμίζονται το μεγαλύτερο κόστος.
