Το εύθραυστο σχοινί που βαδίζει η ελληνική οικονομία - οι κρίσιμες παράμετροι

Το εύθραυστο σχοινί που βαδίζει η ελληνική οικονομία - οι κρίσιμες παράμετροι

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Πρόσφατες εκθέσεις σκιαγραφούν μια οικονομία που, παρά τη σταθερή δημοσιονομική της βάση, αντιμετωπίζει έντονη επιβράδυνση της ανάπτυξης. Η άνοδος του πληθωρισμού και η συνεχιζόμενη ακρίβεια υπονομεύουν τα εισοδήματα, με αποτέλεσμα η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών να παραμένει στάσιμη παρά τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών

Παρά τη βελτίωση βασικών δεικτών η επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας είναι πλέον εμφανής, ενώ η ακρίβεια όχι μόνο δεν υποχωρεί αλλά αναμένεται να ενισχυθεί ξανά μέσα στο 2026. Το γεγονός αυτό δημιουργεί συνθήκες που περιορίζουν την πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών, παρά τις αυξήσεις σε μισθούς και εισοδήματα.

Το ΕΔΣ εκτιμά πλέον τον ρυθμό μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ για το 2026 στο 1,9%. Η πρόβλεψη αυτή είναι αναθεωρημένη προς τα κάτω (-0,4%) σε σχέση με τη φθινοπωρινή έκθεση (Νοέμβριος 2025), αντανακλώντας την αυξημένη επιφυλακτικότητα λόγω της εξωτερικής αβεβαιότητας, των πληθωριστικών επιπτώσεων από το τεταμένο γεωπολιτικό κλίμα (πόλεμος στη Μέση Ανατολή), της επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στην ευρωζώνη, καθώς και των δυσμενέστερων από τα αναμενόμενα στοιχεία του 2025.

Οι υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού το 2022 και 2023 επηρέασαν αρνητικά τους πραγματικούς μισθούς, αν και η τάση αυτή φαίνεται να αντιστράφηκε το 2024. Ωστόσο, ο υψηλός δομικός πληθωρισμός, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 3,6% το 2025, περιόρισε την αύξηση των πραγματικών μισθών. Όπως αναφέρει η έκθεση, η πραγματική αγοραστική δύναμη των μισθωτών αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το 2025, ενώ αντίστοιχη οριακή άνοδος προβλέπεται και για το 2026.

Παρά την πρόσφατη βελτίωση, ο καθαρός μέσος μηνιαίος μισθός προσαρμοσμένος ως προς το κόστος ζωής, εξακολουθεί να παραμένει σημαντικά χαμηλότερος στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ.

Ο διάμεσος ακαθάριστος ετήσιος μισθός στη χώρα μας ανέρχεται σε περίπου 18.000 ευρώ, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει τα 39.808 ευρώ.

Η έκθεση διαπιστώνει πως τα δημόσια οικονομικά παραμένουν σε καλή κατάσταση. Η εκτέλεση του Κρατικού Προϋπολογισμού δείχνει αξιόλογη απόδοση έναντι των στόχων ήδη από το Α΄ τρίμηνο του 2026. Για το σύνολο του έτους, προβλέπεται διατήρηση πρωτογενούς πλεονάσματος 3,2% του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες. Το Δημοσιονομικό Συμβούλιο επισημαίνει ότι η περαιτέρω μείωση του χρέους δεν είναι δεδομένη. Η διατήρηση της θετικής πορείας προϋποθέτει συνετή δημοσιονομική πολιτική, ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική και διατήρηση ευνοϊκών επιτοκίων.

Όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους κανόνες του νέου ευρωπαικού δημοσιονομικού πλαισίου, η αξιολόγηση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου δείχνει ότι, παρότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καθαρών εθνικά χρηματοδοτούμενων πρωτογενών δαπανών αναμένεται να υπερβεί το όριο αναφοράς για το 2026, η αθροιστική πορεία παραμένει εντός των ορίων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η ευελιξία που παρέχει η εθνική ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες.

Παρά την δημοσιονομική υπεραπόδοση, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο εκπέμπει σαφές προειδοποιητικό σήμα για την πραγματική οικονομία.

Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) αποτελεί τον κεντρικό μοχλό ενίσχυσης των δημοσίων επενδύσεων στην Ελλάδα, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αναπτυξιακή τροχιά της χώρας. Όμως, το πρόγραμμα ολοκληρώνεται τον Αύγουστο και υπάρχει αβεβαιότητα για τους μοχλούς ανάπτυξης. Η ανάγκη για εύρεση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων και η αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών πόρων θεωρείται επιτακτική για να μην μεγαλώσει περαιτέρω το χάσμα με την ευρωζώνη.