Το μέλλον της δημόσιας τηλεόρασης, επιμύθιο στην eurovision

Το μέλλον της δημόσιας τηλεόρασης, επιμύθιο στην eurovision

Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Με τις πολλαπλές, πλην συνήθεις, σχεδόν κοινότοπες επιδείξεις ενός κάποιου ευ αγωνίζεσθαι έπεσε η αυλαία στην Eurovision και φέτος. Η Βουλγαρία πανηγύρισε, το Ισραήλ είχε μερικούς λόγους να απογοητεύεται κι άλλους να χαίρεται, οι διάφορες χώρες πιο κάτω στη λίστα των αποτελεσμάτων διαπραγματεύτηκαν λιγότερο ή περισσότερο τις επιδόσεις τους και μόνο ένα πράγμα μένει που μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά: η Eurovision ως τηλεοπτικό γεγονός, δεν πηγαίνει καλά.

Δεν εννοούμε μόνο τη σημαντική απώλεια τηλεθέασης που επήλθε από το μποϊκοτάρισμα των πέντε χωρών, αλλά και τη συνεχιζόμενη κατρακύλα στους δέκτες των χωρών που συμμετείχαν. 1,4 εκ. λιγότεροι θεατές, σχεδόν το ένα τέταρτο του περσινού κοινού, σημειώθηκαν στη Γαλλία· 1,5 εκ. λιγότεροι στη Βρετανία· 401.000 λιγότεροι στην Πορτογαλία· στην Ολλανδία σημείωσε τη χαμηλότερη τηλεθέαση από το 2008.

Ακόμα και στη Γερμανία, που έχει αποτελέσει τον πιο πρόθυμο υπερασπιστή του Ισραήλ -της χώρας δηλαδή που την τελευταία τριετία αποτελεί τη βασικότερη αιτία εσωτερικών τριβών στη διοργάνωση του θεσμού- σημειώθηκε μία μείωση 198.000 θεατών σε σχέση με πέρυσι. Παρότι, εν αντιθέσει με τις υπόλοιπες χώρες, η όλη διένεξη για τη συμμετοχή του Ισραήλ φαίνεται κατά παράδοξο -ή και όχι- τρόπο να έχει αυξήσει την τηλεθέαση του διαγωνισμού τα τελευταία χρόνια.

Φυσικά, υπήρχαν και χώρες όπου σημειώθηκαν αυξητικές τάσεις, οι οποίες όμως, καίτοι συγκυριακές, δεν αποτελούν αιτίες εφησυχασμού για το μέλλον της διοργάνωσης. Πράγματι, η τηλεθέαση αυξήθηκε σε σχέση με πέρυσι στη Βουλγαρία και τη Φινλανδία που από νωρίς θεωρήθηκαν απόλυτα φαβορί. Φυσικά αυξήθηκε και στην Αυστρία, η οποία φέτος ήταν η χώρα που φιλοξενούσε τον θεσμό. Αυξητική τάση παρουσιάζεται τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα, σημειώνοντας προχθές ρεκόρ δεκαπενταετίας.

Έχει πολλά χρόνια πια που ο διαγωνισμός της Eurovision, αδιάκοπα και σταθερά, μαστίζεται από την κατάρα της πολιτικοποίησης, το μεγαλύτερο ανάθεμα που η διοργάνωσή του θα επιθυμούσε να ξορκίσει.

Ακόμα περισσότερο από τις ίδιες τις συμμετοχές, φέτος τη διεθνή κοινή γνώμη απασχόλησαν οι πολιτικές διενέξεις γύρω από τον διαγωνισμό, η καμπάνια που χρηματοδότησε ως εξωτερική πολιτική το Ισραήλ, οι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς που μποϊκόταραν τη διοργάνωση, οι διαμαρτυρίες ακόμα και μέσα στον χώρο της διοργάνωσης για τη συμμετοχή του Ισραήλ παρά τη σφαγή που πραγματοποίησε στη Γάζα ή και τον πόλεμο που ξεκίνησε ενάντια στο Ιράν.

Παραγνωρισμένο σκέλος αυτής της τεταμένης δημόσιας συζήτησης ήταν οι διενέξεις που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ραδιοτηλεοπτικής Ένωσης, της γνωστής EBU που διοργανώνει και διευθύνει τον διαγωνισμό από το 1956, γνώση των οποίων έχουμε μόνο μέσα από τις διαρροές που περιλήφθηκαν σε μεγαλύτερα ρεπορτάζ για τον αποκλεισμό και τη συμμετοχή του Ισραήλ, αλλά και τις τακτικές που εφάρμοσε η αμφιλεγόμενη συμμετέχουσα χώρα για να επηρεάσει τα αποτελέσματα προς όφελός της.

Από μέσα όπως το BBC και οι New York Times, μαθαίναμε από καιρού εις καιρόν τα καθέκαστα στις διάφορες πυρετώδεις συνεδριάσεις των μελών της EBU.

Όπως για παράδειγμα ότι ένα από τα επιχειρήματα ενάντια στον αποκλεισμό του Ισραήλ, ήταν ότι αυτός θα σήμαινε τον αποκλεισμό της ισραηλινής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης Kan. Η Kan, ωστόσο, βρίσκεται εδώ και χρόνια στο στόχαστρο της κυβέρνησης Νετανιάχου, ο οποίος έχει απειλήσει την αυτονομία της -ιδίως του τομέα των ειδήσεων- μέσα από δραστικές πολιτικές αναδιάρθρωσης και περικοπών.

Αντιστοίχως, ένα ετερόδοξο επιχείρημα που έχει τεθεί στο εσωτερικό της EBU χωρίς να δοθεί καθοριστική απάντηση στο τι πρέπει να γίνει, είναι ότι οι χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη συνθήκη -όπως η Ουκρανία και με κάποιους τρόπους το Ισραήλ- νοθεύουν αναγκαστικά τον απολίτικο και μουσικοκεντρικό χαρακτήρα της διοργάνωσης, καθώς δημιουργούν πιο εύκολα ένα κύμα συμπάθειας στο κοινό, αδικώντας το τραγούδι ενός π.χ. Βρετανού ή Γερμανού καλλιτέχνη που μπορεί να είναι καλύτερο. Ένας παράδοξος, πλην δόκιμος ισχυρισμός δηλαδή, ότι η γνήσια απολιτίκ στάση θα ήταν ο αποκλεισμός τους.