Το νατο σε αναζήτηση κοινής ταυτότητας και η τουρκία σε διεκδίκηση αναβαθμισμένου ρόλου

Το νατο σε αναζήτηση κοινής ταυτότητας και η τουρκία σε διεκδίκηση αναβαθμισμένου ρόλου

Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Όμως, ήταν πάλι ο πόλεμος στην Ουκρανία αυτός που έδειξε τα όρια της σημερινής διάταξης της συμμαχίας αλλά και της δυνατότητάς της να αναλάβει δράση. Γιατί μπορεί να εκφράστηκε πολύπλευρα η υποστήριξη των κρατών-μελών στην Ουκρανία, από την αποστολή στρατιωτικού υλικού, μέχρι τη χρηματοδοτική υποστήριξη και κατά πάσα πιθανότητα την παρουσία εξειδικευμένου στρατιωτικού προσωπικού, όμως, ούτε το ΝΑΤΟ κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία, ούτε οι χώρες-μέλη ανέλαβαν μια πιο άμεση στρατιωτική δράση, φοβούμενα ότι αυτό θα πυροδοτούσε μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, που θα περιλάμβανε και την άμεση αντιπαράθεση δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων.

Ωστόσο, σε αυτές τις ενεργές τα τελευταία τέσσερα χρόνια αντιφάσεις εντός του ΝΑΤΟ προστέθηκε και άλλη μία με τον ερχομό του Ντόναλντ Τραμπ ξανά στην προεδρία των ΗΠΑ. Αυτή δεν αφορούσε μόνο την πολύ έντονη, αρχικά τουλάχιστον, προσπάθεια των ΗΠΑ να δοκιμάσουν μια γρήγορη διαπραγμάτευση απευθείας με τη Ρωσία για τον τερματισμό του πολέμου, παρά τις αντιρρήσεις των συμμάχων τους, αλλά και τον τρόπο που οι ΗΠΑ φάνηκε να υποστηρίζουν ότι δεν θέλουν να παίξουν πια τον ίδιο ρόλο του εγγυητή της ασφάλειας της Ευρώπης. Η λύση που προκρίθηκε, δηλαδή η δέσμευση των εταίρων για ανάληψη πολύ μεγαλύτερου τμήματος των οικονομικών βαρών του ΝΑΤΟ, μέσα από την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών τους σταδιακά στο 3,5% του ΑΕΠ, που ήδη μεταφράστηκε στο ότι τα υπόλοιπα κράτη-μέλη συνέβαλαν 139 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα το 2025 σε σύγκριση με το 2024, μπορεί να διαμόρφωσε ένα κοινό έδαφος – και να αποτέλεσε οικονομικά συμφέρουσα λύση για τις ΗΠΑ αφού μεγάλο μέρος αυτής της εξάλλου δαπάνης θα αφορά αγορές αμερικανικών οπλικών συστημάτων – όμως δεν έλυσε το συνολικότερο πρόβλημα ενότητας.

Αυτό ακριβώς ορίζει και το πεδίο μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7 και 8 Ιουλίου στην Άγκυρα, με το μεγάλο ερώτημα να είναι εάν θα έχουμε μια παγίωση των αντιφάσεων ή μια προσπάθεια η συμμαχία να φανεί πιο ενωμένη.

Όλα αυτά μπορούν να εξηγήσουν και ορισμένες φαινομενικές παλινωδίες των ΗΠΑ που τη μία στιγμή ανακοινώνουν αποσύρσεις σημαντικών δυνάμεων από τη Γερμανία ή την Πολωνία και στη συνέχεια αποσαφηνίζουν ότι αυτές δεν είναι τόσο σημαντικές ώστε να αλλάζουν την πραγματική κατάσταση.

Άλλωστε, το πιο βασικό ερώτημα είναι εάν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι μπορούν να αναμετρηθούν με το βάρος της επιλογής που θα μπορούσε να ήταν ένα σημείο ισορροπίας με τις ΗΠΑ: δηλαδή να αναλάβουν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές χώρες το μεγαλύτερο μέρος του κόστους της ευρωπαϊκής άμυνας. Γιατί μπορεί να έχουν υπάρξει βήματα προς την αύξηση της οικονομικής τους συνεισφοράς, συμπεριλαμβανομένου και του φιλόδοξου ReArm Europe, όμως, δεν έχουν πείσει ότι μπορούν όντως να έχουν μια κοινή αμυντική πολιτική, σχεδιασμό και συντονισμό. Γιατί προς το παρόν εξακολουθούν να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στην υποστήριξη που έχουν σε επίπεδο πληροφοριών, συντονισμού και αμυντικής υποστήριξης από τις ΗΠΑ. Επιπλέον, η κλίμακα της αμιγώς ευρωπαϊκής πυρηνικής δύναμης αποτροπής είναι περιορισμένη, όπως περιορισμένη είναι η αυτοτελής ευρωπαϊκή ικανότητα αεράμυνας ή χρήσης πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Καθόλου τυχαία επομένως η προσπάθεια να πείσουν τις ΗΠΑ να συνεχίσουν να αναλαμβάνουν σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής άμυνας, υπογραμμίζοντας, όπως έκανε πρόσφατα ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μάρκ Ρούτε το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή κούρσα εξοπλισμών, ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, θα μπορέσει να συντηρήσει 195.000 θέσεις εργασίας στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία.

Εάν κάτι ωστόσο απασχολεί την Τουρκία είναι ακριβώς η θέση της μέσα στην όποια μελλοντική αρχιτεκτονική της συμμαχίας. Εδώ αυτό που φαντάζει ως πρόκληση για την Άγκυρα είναι το γεγονός ότι οποιαδήποτε μετατόπιση του ΝΑΤΟ προς μια μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτοτέλεια και ανάληψη ρόλου σημαίνει εμμέσως και μεγαλύτερη διαμεσολάβηση της πολιτικής διαδικασίας προς έναν ήδη υπάρχοντα θεσμό, την Ευρωπαϊκή Ένωση, στον οποίο η Τουρκία δεν συμμετέχει και στον οποίο – παρότι τυπικά υπό ένταξη μέλος – δεν θα συμμετάσχει. Μάλιστα, ένας συνδυασμός ανάμεσα στην μεγαλύτερη έμφαση τους ευρωπαϊκούς θεσμούς σε συνδυασμό με μια συνεχιζόμενη προσήλωση των ΗΠΑ στο Ισραήλ, θα διαμόρφωνε μια αρκετά πιεστική συνθήκη για την Τουρκία. Αυτό εξηγεί και γιατί η Τουρκία θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να αντισταθμίσει τέτοιες τάσεις με την υπογράμμιση του πόσο στρατηγικά αναγκαία παραμένει για τη συμμαχία σε σχέση με το σύνολο των μετώπων που έχει σήμερα ανοιχτά η Δύση.

Βεβαίως όλα αυτά θα εξαρτηθούν και από το ίδιο το μέλλον της συμμαχίας και εάν το ρήγμα που για πολλούς έχει ήδη επέλθει, μπορεί κάπως να γεφυρωθεί.