Πώς ο τουρισμός θρέφει την ακρίβεια - οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες ως δομικός παράγοντας του πληθωρισμού

Πώς ο τουρισμός θρέφει την ακρίβεια - οι ταξιδιωτικές υπηρεσίες ως δομικός παράγοντας του πληθωρισμού

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τουρισμός αποτελεί σημαντική συνιστώσα της ελληνικής οικονομίας, με έρευνα του ΙΝΣΕΤΕ να εκτιμά την άμεση συμβολή του στο 13% του ΑΕΠ. Υπολογίζει μάλιστα ότι τα πολλαπλασιαστικά οφέλη του τουρισμού αντιστοιχούν ως και στο 1/3 του ΑΕΠ. Άλλες έρευνες είναι πιο μετριοπαθείς, ανεβάζοντας την άμεση συνεισφορά των τουριστικών εσόδων στο 9%-9,5% του ΑΕΠ.

Παράλληλα, η ίδια η τουριστική βιομηχανία που δημιουργεί θέσεις απασχόλησης, έσοδα και κέρδη, στηρίζοντας την ιδιωτική κατανάλωση, λειτουργεί και ως πολλαπλασιαστής των πληθωριστικών πιέσεων.

Δεν είναι μόνο οι θερινοί μήνες που βλέπουν παραδοσιακά τον δείκτη τιμών καταναλωτή στις υπηρεσίες που σχετίζονται με τον τουρισμό να φουσκώνει. Όσο οι πόλεις μετατρέπονται σε city break προορισμούς καθ’όλη τη διάρκεια του έτους, τόσο οι τσιμπημένες τιμές σε εστίαση, διαμονή, ψυχαγωγία, μετακινήσεις, αποκτούν μόνιμα και όχι εποχικά χαρακτηριστικά.

Όσοι κινούνται στις τουριστικοποιημένες ζώνες  της Αθήνας, που ξεχειλώνουν διαρκώς, έχουν προ πολλού διαπιστώσει ότι όλο και περισσότερες υπηρεσίες, αγαθά και υποδομές, απευθύνονται σε εισοδήματα αναντίστοιχα των ελληνικών μισθών.

Ακόμα και τα άλλοτε ταπεινά φαγητά του δρόμου, τα περίπτερα και τα μίνι-μάρκετ, προσαρμόζουν την τιμολογιακή τους πολιτική με βάση τα πορτοφόλια των δυτικοευρωπαίων, ισραηλινών και αμερικανών τουριστών. Αρκετοί φουσκώνουν τις  τιμές όσο νομίζουν ότι τους παίρνει, με τη νοοτροπία της μόνιμης αρπαχτής, ακόμα και αν η απληστία γυρνάει μπούμερανγκ. Το ίδιο φαινόμενο βλέπουμε ακόμα πιο έντονο στις τουριστικές περιοχές της επικράτειας, εκείνες που για να επισκεφθείς για πέντε μέρες θέλεις έναν ολόκληρο μισθό.

Ο τουρισμός από τη μία τονώνει τις τοπικές οικονομίες, από την άλλη όμως τα οφέλη του δεν κατανέμονται ισόποσα. Για τους πολλούς ο τουρισμός σημαίνει μεροκάματα σεζόν, με εντατικές ως εξοντωτικές συνθήκες εργασίας. Για μια διόλου ευκαταφρόνητη μερίδα (μικρο)ιδιοκτητών ο τουρισμός είναι ένα υπολογίσιμο συμπληρωματικό εισόδημα, μέσω των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Για τους μικρούς και μικρομεσαίους εμπόρους, εστιάτορες, επαγγελματίες, ο τουρισμός είναι πηγή βιοπορισμού – επίσης με εποχικές διακυμάνσεις και αυξομειώσεις. Για τα πολυεθνικά ταξιδιωτικά πρακτορεία, τις αερομεταφορές, τους ξενοδοχειακούς και κατασκευαστικούς ομίλους, τη βιομηχανία της κρουαζιέρας, το real estate, ο τουρισμός είναι η χρυσοτόκος όρνιθα που πρέπει να συνεχίσει να γεννάει κέρδη, ακόμα και ξεπουπουλιασμένη. Ακόμα και αν χρειάζεται να ξεκοιλιαστεί και να ξεπουληθεί η γη, να χτιστούν φαραωνικά έργα σε προστατευόμενες περιοχές , να αποστραγγιστεί ο υδροφόρος ορίζοντας για πισίνες, γκαζόν και γήπεδα γκολφ.

Όπως διευκρινίζει, ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) καταγράφει μόνο τη δαπάνη των μόνιμων κατοίκων. Ο Εναρμονισμένος Δείκτης (ΕνΔτΚ) περιλαμβάνει επιπλέον τη δαπάνη των ξένων επισκεπτών, κάτι που τον καθιστά πιο κατάλληλο για τον υπολογισμό του πληθωρισμού των ταξιδιωτικών υπηρεσιών, σε μια χώρα με τόσο ισχυρό τουριστικό αποτύπωμα όπως η Ελλάδα.

Οι τρεις υποκατηγορίες, πακέτα διακοπών, εστίαση και φιλοξενία, αερομεταφορές, αντιπροσωπεύουν όλες μαζί σχεδόν το μισό του συνολικού βάρους της συνιστώσας υπηρεσιών στον ΕνΔΤΚ. Η συμβολή τους στον πληθωρισμό των υπηρεσιών έφτασε το 61% το 2025 και το 70% το 2024, ποσοστά που δείχνουν πόσο καθοριστικό ρόλο παίζουν στη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας των τιμών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η έρευνα δεν ασχολείται καθόλου με τις επιπτώσεις του τουρισμού στο κόστος στέγασης, μέσω της αύξησης των βραχυχρόνιων μισθώσεων και της συμβολής τους στην άνοδο των ενοικίων. Αν περιλαμβάναμε και αυτή την παράμετρο, πιθανόν η συνολική συμβολή του τουρισμού στον πληθωρισμό -άμεση και έμμεση- να προέκυπτε ακόμα μεγαλύτερη.

Πριν από την πανδημία, στην περίοδο 2016 έως 2019, ο γενικός πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν χαμηλός, γύρω στο 0,7%. Η εστίαση και η φιλοξενία κινούνταν σταθερά ανάμεσα σε 2% και 3%, ενώ οι αερομεταφορές παρουσίαζαν έντονη εποχική μεταβλητότητα, με αιχμές που ξεπερνούσαν το 20% με 30% τους καλοκαιρινούς μήνες.