Το πώς θέλει να είναι το κράτος και οι θεσμοί το 2030, ο κυριάκος μητσοτάκης το έχει δείξει όλα τα προηγούμενα
Επτά χρόνια δεν είναι λίγος χρόνος. Είναι αρκετός, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργία του κράτους και να γίνει πιο φιλικό στον πολίτη, να εκσυγχρονιστούν οι θεσμοί, να κατοχυρωθεί η δημοκρατική λογοδοσία, να ενισχυθούν ασφαλιστικές δικλείδες εύρυθμης λειτουργίας και η αναγκαία ανεξαρτησία της Δημοκρατίας.
Και όντως ο Κυριάκος Μητσοτάκης αξιοποίησε αυτά τα επτά χρόνια. Μόνο που τα αξιοποίησε για να εξασφαλίσει τον έλεγχο των βασικών αρμών της εξουσίας και όχι για να κάνει το θεσμικό πλαίσιο πιο δημοκρατικό. Ακόμη και τα μικρά βήματα εκσυγχρονισμού που έκανε, όπως για παράδειγμα η θεσμοθετηση του γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, τα έκανε περισσότερο ως κυνικό υπολογισμό για να εξασφαλίσει την έξωθεν καλή μαρτυρία και να μη βρεθεί ακόμη περισσότερο στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών, παρά στο πλαίσιο ενός συνολικότερου εκδημοκρατισμού.
Αντίστοιχα, μια κυβέρνηση εχθρική απέναντι στον έλεγχο και τη λογοδοσία, δεν θα μπορούσε παρά να αντιμετωπίσει με δυσπιστία κάθε θεσμό που δεν μπορούσε να χειραγωγήσει και ο οποίος θα μπορούσε να ερευνήσει και να αναδείξει τη θεσμική παραβατικότητά της, από τις ανεξάρτητες αρχές έως την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Από τις επιθέσεις στον Χρήστο Ράμμο μέχρι τη συστηματική – και συνεχιζόμενη – συκοφάντηση της Λάουρα Κοβέσι, τα παραδείγματα είναι πολλά.
Ακόμη και οι μεταρρυθμίσεις που προώθησε αυτή η κυβέρνηση είναι χαρακτηριστικές. Αποφασισμένη να εξυπηρετήσει συγκεκριμένα (και επώνυμα) οικονομικά συμφέροντα και funds και αδιαφορώντας για ένα καίριο δημόσιο αγαθό όπως η παιδεία, η κυβέρνηση παράκαμψε το Σύνταγμα, θεσμοθέτησε τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, και τώρα έρχεται κατόπιν εορτής να κάνει τη συζήτηση για το πώς θα αποτυπωθεί αυτό στο Σύνταγμα, αναζητώντας ουσιαστικά την αναδρομική συναίνεση που σε κανένα βαθμό δεν επιδίωξε όταν έπρεπε.
Προσθέστε σε όλα αυτά και την επί τη ουσίας άρνηση συναίνεσης σε επίπεδο κοινοβουλευτικό γύρω από όλες τις κρίσιμες αποφάσεις, αφού αυτή η κυβέρνηση όχι μόνο δεν επιθυμεί να κάνει συμβιβασμούς, αλλά αντιμετωπίζει με απαξιωτικό τρόπο κάθε αντίρρηση της αντιπολίτευσης.
Στην πραγματικότητα η Νέα Δημοκρατία έχει δείξει πώς βλέπει τον εκσυγχρονισμό του κράτους: μια αντίληψη του κράτους ως τρόπαιου και εργαλείου για τη διαμόρφωση κομματικών συσχετισμών, με εμπέδωση μια αδιαφάνειας που απλώς θα διευκολύνει ακόμη περισσότερο την εργαλειοποίηση για την εξυπηρέτηση κομματικών αλλά και επιχειρηματικών σχεδιασμών. Πίσω από το προσωπείο ενός υποτιθέμενου ψηφιακού εκσυγχρονισμού – που στην πράξη πόρρω απέχει από το να περιορίζει τη γραφειοκρατία καθώς απλώς τη μεταφέρει από το γκισέ στην οθόνη – η Νέα Δημοκρατία ουσιαστικά έχει προωθήσει απλώς τη δική της εκδοχή ενός σύγχρονου κομματικού κράτους εργαλείου, ιδιαίτερα αυταρχικού σε όψεις του, δομικά αδιαφανούς και τελικά εχθρικού για τον πολίτη.
