Το υπερπλεόνασμα «πληγώνει» την ανάπτυξη - το κόστος για την αγορά
Το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2026 ήρθε να επιβεβαιώσει οτι εδώ και χρόνια η χώρα συσσωρεύει υπερπλεονάσματα που δεν επιστρέφουν ποτέ στην πραγματική οικονομία. Ο προϋπολογισμός προβλέπει, ανάπτυξη, αυξημένες επενδύσεις, περισσότερα έσοδα, αλλά και για ακόμα μια φορά κονδύλια που γίνονται υπερπλεόνασμα και μετά “μαξιλαράκι” ασφαλείας, εξαιτίας και των νέων δημοσιονομικών κανόνων της Κομισιόν.
Ο προϋπολογισμός αποκαλύπτει για ακομα μια φορά ένα θηριώδες πρωτογενές πλεόνασμα
Αντίστοιχη εικόνα υπάρχει και για τη νέα χρονιά. Οι εκτιμήσεις του προϋπολογισμού για το 2026, πριν ακόμα δηλαδή ξεκινήσει η εκτέλεση του, ανεβάζουν τον πήχη στο 2,8% του ΑΕΠ αντί του 2,4% που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση.
Μπορεί τα στοιχεία να μοιάζουν μια αδιάφορη στατιστική προσέγγιση, ωστόσο στην ουσία η κυβέρνηση ανακοίνωσε, πριν ακόμα ξεκινήσει την εκτέλεση του προϋπολογισμού που μόλις κατέθεσε, ότι οι προβλέψεις της στην ουσία θα πέσουν έξω και τελικά θα μαζέψει πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα χρειάζονται για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.
Η επίτευξη υπερπλεονάσματος δεν είναι τυχαίο γεγονός. Πλέον το μοτίβο επαναλαμβάνεται για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Το 2024, με στόχο μόλις 2,1% του ΑΕΠ, το τελικό αποτέλεσμα ήταν 4,8% ή 11,4 δισ. ευρώ. Αντίστοιχη είναι η εικόνα για το 2025, αλλά και η εκτίμηση για το 2026.
Η επίτευξη υπερπλεονασματος, πέρα από το γεγονός οτι βασίζεται σε χρήματα που στερείται η αγορά, δεν φέρνει και καμία επίσης παροχή. Η εμπειρία των προηγούμενων χρόνων δείχνει την κατεύθυνση.
Από το υπερπλεόνασμα των 11,4 δισ. διατέθηκαν 1,1 δισ. ευρώ σε εφάπαξ ενισχύσεις: 250 ευρώ σε περίπου 1,4 εκατ. συνταξιούχους και επιστροφή ενός ενοικίου σε σχεδόν 950.000 νοικοκυριά. Μέτρα ανακουφιστικά, αλλά επιδοματικού χαρακτήρα, χωρίς καμία μόνιμη επίδραση στο εισόδημα ή στη φορολογική επιβάρυνση.
Έτσι, το υπερπλεόνασμα διοχετεύεται τελικά σε έναν κουμπαρά που φουσκώνει διαρκώς, με το το ταμειακό απόθεμα να αγγίζει τα 40 δισ. ευρώ, ποσό που δεν επιστρέφει στην καθημερινότητα του πολίτη.
Το μεγάλο πρόβλημα όμως είναι ότι το υπερπλεόνασμα δεν δημιουργείται από την επιπλέον ανάπτυξη, αλλά κυρίως από την πληρωμή των φόρων. Αυτοί οι πόροι όμως αντι να μειώνουν τα φορολογικά βάρη, τελικά καταλήγουν σε έναν λογαριασμό που προορίζεται αποκλειστικά για την αποπληρωμή χρέους.
Αυτό σημαίνει οτι το πρωτογενές πλεόνασμα, αντί να λειτουργεί ως δείκτης σταθερότητας και ανάπτυξης της οικονομίας, καταλήγει να λειτουργεί ως βαρίδι καθώς στην πράξη η χώρα αποταμιεύει περισσότερο από όσο αντέχει η πραγματική της οικονομία.
