Σοφία φιλιππίδου: «το έργο μου δεν είναι μια παράσταση. είναι ένα έργο ζωής»

Σοφία φιλιππίδου: «το έργο μου δεν είναι μια παράσταση. είναι ένα έργο ζωής»

Χρόνος ανάγνωσης: 2 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Δεν την τράβηξε η θεατρική του δεξιοτεχνία ούτε η μυθολογία γύρω από το όνομά του. Εκείνο που την καθήλωσε ήταν οι άνθρωποί του.

Αυτή η ρωγμή έγινε η αφετηρία και για τους δικούς της ήρωες. Μια ελληνική οικογένεια που ζει δίπλα σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό, μέσα σ’ ένα σπίτι γεμάτο πραγματικές και συμβολικές ρωγμές. Καθένας κουβαλά τη δική του κατάρρευση, όμως η Σοφία Φιλιππίδου δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί απλώς μια ιστορία δυστυχίας.

Ανάμεσα στους ήρωες βρίσκεται και μια νέα γυναίκα που ονειρεύεται να χορεύει, όμως η μάχη που δίνει δεν είναι σωματική.

Η λύτρωση έρχεται μέσα από έναν σχεδόν παραμυθένιο επισκέπτη: έναν λυπημένο Πιερότο, που επιστρέφει από τα παιδικά της χρόνια για να της θυμίσει ότι η αγάπη, η τρυφερότητα και η φαντασία μπορούν ακόμη να νικήσουν τον φόβο.

Η φόρμα της παράστασης μοιάζει, όπως εξηγεί η Σοφία Φιλιππίδου, με εκείνη της παλιάς ελληνικής επιθεώρησης. Μονόλογοι, τραγούδια, ντουέτα, κουαρτέτα, μουσική που διατρέχει όλο το έργο. Όμως η ομοιότητα σταματά εκεί.

Η μουσική αποτελεί οργανικό στοιχείο της αφήγησης, όχι διάλειμμα από αυτήν. Τα τραγούδια δεν λειτουργούν ως ψυχαγωγία αλλά ως ποιητικός σχολιασμός όσων οι ήρωες αδυνατούν να πουν με λόγια.

Όταν η κουβέντα επιστρέφει στον Τένεσι Ουίλιαμς, η Σοφία Φιλιππίδου μιλά σχεδόν σαν να αναφέρεται σε έναν παλιό συνοδοιπόρο.

Για την ίδια, η τέχνη είναι μια αδιάκοπη συνομιλία ανάμεσα στους ζωντανούς και στους νεκρούς. Δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς μνήμη, ούτε πρωτοτυπία χωρίς βαθιά γνώση όσων προηγήθηκαν.

(…) Ποιος είσαι ξένε; Γιατί μιλάς με την δική μου τη φωνή Τίνος είναι τα αισθήματα και οι συγκινήσεις Αυτά τα κοκκινάδια στα μάγουλά μου Είναι από τη χαρά ή από την έξαψη της λύπης Στα μάτια μου ποιος τράβηξε αυτές τις χαρακιές Ω, εσύ μακρινέ πεθαμένε ποιητή Που έγραφες στο φως των κεριών Και την πανσέληνο παρακαλούσες να φωτίσει Την συγχυσμένη σου σκέψη Ποια τραύματα ανέσυρες από τα σκοτεινά σου πηγάδια Ποιος δαίμονας ή θεός σου υπαγόρευε τις λέξεις Άραγε σε αγαπούσε η μάνα σου; Ο πατέρας σου; Όταν πέθαινε, θυμόταν το όνομά σου;(…)

Η Σοφία Φιλιππίδου υπενθυμίζει πως τα πρώτα έργα που γράφτηκαν στη δημοτική γλώσσα έφεραν το θέατρο πιο κοντά στον λαό, απομακρύνοντάς το από την αστική ελίτ και τις μεταφράσεις ξένων έργων.