Κομισιόν: πώς αξιολογεί την ελλάδα στην πρώτη έκθεση για τους κατώτατους μισθούς και τις συλλογικές συμβάσεις
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τους Επαρκείς Κατώτατους Μισθούς, η Κομισιόν εξέδωσε την πρώτη έκθεση αξιολόγησης για τα κράτη μέλη, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία και για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ). H Ελλάδα ενσωμάτωσε την οδηγία με τον Ν. 5163/2024, δεσμευόμενη στον ευρωπαϊκό στόχο για κάλυψη τουλάχιστον του 80% των εργαζομένων από συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Από τα 27 κράτη μέλη, τα 20 διαθέτουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό ενώ σε επτά χώρες (Αυστρία, Βέλγιο, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Ιταλία, Σουηδία) η προστασία παρέχεται αποκλειστικά μέσω συλλογικών συμβάσεων. Το 2023 οι υψηλότεροι ονομαστικοί κατώτατοι μισθοί καταγράφηκαν στο Λουξεμβούργο (2.509 ευρώ), τη Γερμανία (2.023 ευρώ) και την Ολλανδία (1.965 ευρώ). Οι χαμηλότεροι στη Βουλγαρία (399 ευρώ), την Ουγγαρία (615 ευρώ) και τη Λετονία (620 ευρώ). Οι διαφορές συρρικνώνονται όταν μετρηθούν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, όπου η απόσταση μεταξύ υψηλότερου και χαμηλότερου κατώτατου μισθού πέφτει από περίπου έξι φορές σε λιγότερο από τρεις.
Η έκθεση επισημαίνει μια τάση σύγκλισης, καθώς οι χώρες με χαμηλότερα επίπεδα εκκίνησης σημείωσαν τις μεγαλύτερες ονομαστικές αυξήσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την Ουγγαρία (40,8%) και τη Ρουμανία (33,7%). Σε πραγματικούς όρους, δέκα από τα δεκαοκτώ κράτη μέλη με διαθέσιμα στοιχεία εμφάνισαν υψηλότερο κατώτατο μισθό το 2023 σε σχέση με το 2021. Τη μεγαλύτερη πραγματική αύξηση κατέγραψε η Γερμανία (9%) και ακολούθησε η Ρουμανία (8,7%). Αντίθετα, οι μεγαλύτερες πραγματικές απώλειες εντοπίστηκαν στη Σλοβακία (-9,7%) και την Τσεχία (-11,4%).
Η Ελλάδα εντάσσεται στην ομάδα των εννέα κρατών μελών με κατώτατο μισθό μεταξύ 700 και 940 ευρώ το 2023, μαζί με χώρες όπως η Κροατία, η Κύπρος, η Τσεχία, η Λιθουανία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Πορτογαλία και η Σλοβακία. Ως προς τις πραγματικές αυξήσεις του μισθού – δηλαδή εκείνες που καλύπτουν τον πληθωρισμό – η Ελλάδα βρίσκεται στις χαμηλές ταχύτητες, με 3,1%, πίσω από την Κροατία και την Ουγγαρία (3,5% και 4,3% αντίστοιχα).
Η Ελλάδα βρίσκεται επίσης ανάμεσα στις έξι χώρες όπου ο κατώτατος μισθός έφτασε το 60% του διάμεσου μισθού το 2023, μαζί με την Πορτογαλία, τη Σλοβενία, τη Γαλλία, την Πολωνία και τη Γερμανία. Συγκαταλέγεται επίσης ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη αύξηση του λόγου κατώτατου προς διάμεσο μισθό στην περίοδο 2021-2023, με άνοδο 2 έως 3 ποσοστιαίων μονάδων, στοιχείο που η Επιτροπή συνδέει με συμπίεση των μισθών στη βάση της κατανομής.
Ο διάμεσος μισθός είναι εκείνος που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της κλίμακας, με το 50% των εργαζομένων αμείβεται λιγότερο και το 50% περισσότερο. Θεωρείται πιο αντιπροσωπευτικός από τον μέσο όρο, αφού εξαλείφει τις επιπτώσεις των ακραίων τιμών. Το γεγονός ότι ο κατώτατος μισθός πλησιάζει σταδιακά τον διάμεσο δε σημαίνει συνολική βελτίωση των μισθών, αλλά ότι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι συνωστίζονται στα χαμηλά και μεσαία μισθολογικά κλιμάκια.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τονίζει ο συνδικαλιστής, η συλλογική κάλυψη στην Ελλάδα ανέρχεται μόλις στο 13,1%, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα μας στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Αυστρία εμφανίζουν κάλυψη 94,9%, η Ισπανία 91,8%, η Φινλανδία 88,8%, η Σουηδία 88%, η Πορτογαλία 83,3% και η Δανία 81%. Ακόμη και η Γερμανία καταγράφει ποσοστό 49,5%, δηλαδή σχεδόν τετραπλάσιο από αυτό της Ελλάδας,
Δεν είναι τυχαίο ότι οι χώρες που διαθέτουν τα υψηλότερα ποσοστά συλλογικής κάλυψης έχουν και τις καλύτερες μισθολογικές επιδόσεις. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι οι υψηλοί κατώτατοι μισθοί και οι καλύτερες αμοιβές συνδέονται συνήθως με ισχυρά συστήματα συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι συλλογικές συμβάσεις αποτελούν εργαλείο κοινωνικής συνοχής, βελτίωσης της παραγωγικότητας και δικαιότερης κατανομής του παραγόμενου πλούτου.
Η Ελλάδα καλείται πλέον να εφαρμόσει ειδικό Σχέδιο Δράσης για την ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκρίνει μέτρα για τη διευκόλυνση της επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων, τη βελτίωση της μετενέργειας, την ενίσχυση της επίλυσης εργατικών διαφορών, τους στοχευμένους ελέγχους από την Επιθεώρηση Εργασίας και τη δημιουργία ολοκληρωμένου ψηφιακού μητρώου συλλογικών συμβάσεων.
