Η ομολογία λαζαρίδη για την ποινικά κολάσιμη πράξη της απάτης και η σκοπιμότητα (;) πίσω από την πρόθεση επανό
Η πρόταση του Μακάριου Λαζαρίδη να ανορθώσει τη χρηματική ζημιά (και εντόκως όπως διατείνεται!) αποτελεί μια πρωτοφανή ομολογία της πράξης του και επιβεβαίωση της ποινικά κολάσιμης πράξης της απάτης, μέσω πλαστογραφίας στην συγκεκριμένη περίπτωση, με σκοπό τη βλάβη περιουσίας του Δημοσίου (και του Οργανισμού της Βουλής) και την επαύξηση της περιουσίας του ίδιου του κ. Λαζαρίδη, μέσω της πράξης αυτής και την ταυτόχρονη βλάβη της περιουσίας του θύματος. Πρέπει να τονιστεί πως η ανόρθωση της όποιας οικονομικής βλάβης δεν αίρει τον κολασμό της ποινικής παράβασης!
Στην συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε την πραγματική συρροή της απάτης με την πράξη της ψευδούς δηλώσεως – βεβαιώσεως. Ο κ. Λαζαριδης αποδέχεται την ψευδή βεβαίωση και επί της ουσίας την απάτη, δηλώνοντας την πρόθεση του να ανορθώσει την όποια οικονομική βλάβη έχει προκαλέσει και μάλιστα εντόκως.
Στην συγκεκριμένη όμως περίπτωση και σε ανάλογες υποθέσεις, ο νομοθέτης αποδεσμεύει τον ποινικό κολασμό από την ανόρθωση της οικονομικής ζημίας. Γίνεται δηλαδή νομικά και δικονομικά αποδεκτό, πως η ανόρθωση της οικονομικής βλάβης αποτελεί, περιοριστικά και μόνον, αστικής φύσεως διόρθωση και αποδεσμεύεται ο δικαστής από την ευχέρεια του ως προς τον ποινικό καταλογισμό της πράξης.
Ανεξάρτητα δηλαδή με το εάν ο δράστης επέστρεψε τα παρανόμως αποκτηθέντα αγαθά, για την κύρια πράξη του και πιο συγκεκριμένα της απάτης, ακόμα και εάν αντιμετωπιστεί ευμενέστερα, δύναται να καταδικαστεί κατά τω νόμω περιγραφέντα, καθώς ο δόλος της απάτης είναι βέβαιος, υπερχειλής και κατά την συνθήκη της εθελοντικής ανόρθωσης και ομολογημένος!!!
Στην περίπτωση μας ο κ. Λαζαρίδης αποπειράται μια ερμηνευτική σοφιστεία και επί της ουσίας προσπαθεί να δημιουργήσει μια νομική στρέβλωση και κοινωνική σύγχυση αναφορικά με την αλήθεια των πράξεων του.
Δανείζεται σκοπίμως μια διαδικασία που αφορά τον φορολογικό έλεγχο, κατά την οποία, ο ελεγχόμενος που αποκρύπτει εισόδημα, εφόσον κατά την αποκάλυψη της φοροαποφυγής, επανέλθει με διορθωτική δήλωση που συμπεριλαμβάνει τα μη δηλωθέντα εισοδήματα, διαφεύγει των εξοντωτικών κυρώσεων και η επιβάρυνση του περιορίζεται στην καταβολή του φόρου που αντιστοιχεί στο μη δηλωθέν εισόδημα, προσαυξημένο με αναλογικό τόκο υπερημερίας.
Το ίδιο συμβαίνει στις αστικές διαφορές, όπου στην περίπτωση της ανόρθωσης της όποιας οικονομικής ζημιάς και στην επιπλέον καταβολή τόκου που αποδέχεται ως προσήκοντα όποιος έχει υποστεί την βλάβη, η υπόθεση θεωρείται λήξασα και άνευ αντικειμένου.
Είναι επίσης κρίσιμο να αναφέρουμε πως στην περίπτωση μας ο βεβλημένος, αυτός δηλαδή που έχει υποστεί την βλάβη μέσω της απάτης είναι το Δημόσιο και ο Οργανισμός της Βουλής, άρα θα πρέπει να εξεταστούν οι συνθήκες κάτω από της οποίες επήλθε η βλάβη, καθώς εάν αποκαλυφθεί γνώση περί της αναλήθειας της βεβαιώσεως του κ. Λαζαρίδη από κρατικούς λειτουργούς ή από επιτετραμμένους θεσμικά να προασπίζουν τα συμφέροντα του Δημοσίου, τότε η πράξη αποκτά κακουργηματικά χαρακτηριστικά, καθώς αποτελεί ιδιώνυμη ποινική παράβαση.
Ως εκ τούτου θα πρέπει να ερευνηθεί για ηθική αυτουργία στις ποινικά κολάσιμες πράξεις, ο βουλευτής που προσέλαβε τον κ. Λαζαρίδη ως επιστημονικό συνεργάτη, ή όποιος άλλος δημόσιος λειτουργός που, στα πλαίσια των καθηκόντων του, έλεγξε την αρτιότητα των δικαιολογητικών που κατέθεσε ο κ. Λαζαριδης!
Στην περίπτωση βέβαια που κάποιος από τους προαναφερθέντες είχε γνώση της αλήθειας, τότε αναβαθμίζεται η διαδικασία σε κακουργηματική (κάτι που μπορεί να εδραιώνεται νομικά ούτως ή άλλως) και εάν σε αυτήν την διαδικασία υπήρξε, με γνώση της ψευδούς βεβαίωσης, η συνεννόηση τριών τουλάχιστον ατόμων, τότε συντρέχει δυνητικά και η περίπτωση της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης!
