Υποκειμενική φτώχεια: γιατί δεν είναι ψυχολογικό παράδοξο αλλά βιωμένη πραγματικότητα

Υποκειμενική φτώχεια: γιατί δεν είναι ψυχολογικό παράδοξο αλλά βιωμένη πραγματικότητα

Χρόνος ανάγνωσης: 2 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Γιατί στην Ελλάδα η υποκειμενική φτώχεια, ως ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με δυσκολία, είναι υπετριπλάσια από τον πληθυσμό σε κίνδυνο φτώχειας; Το ερώτημα επανέρχεται τακτικά στην επικαιρότητα, με αφορμή τη δημοσίευση των σχετικών στατιστικών και τις εκατέρωθεν πολιτικές παρεμβάσεις. Το μοτίβο είναι αναμενόμενο: κάθε φορά που δημοσιεύονται στοιχεία που εμφανίζουν την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ σε αγοραστική δύναμη μισθών και εισοδημάτων και στις πρώτες θέσεις σε κόστη στέγασης, ενεργειακή φτώχεια, νοικοκυριά με εκκρεμείς οφειλές κ.λπ, η αντιπολίτευση θα τα αναδείξει, καυτηριάζοντας την κυβέρνηση για ανικανότητα, αναλγησία, ταξικές διακρίσεις εις βάρος του κόσμου της εργασίας κ.λπ. Από την απέναντι πλευρά, κυβερνητικά στελέχη θα ψέξουν για μιζέρια και ιδεοληψία όσους επικαλούνται τις στατιστικές, κατηγορώντας τους παράλληλα για κοπτοραπτική και διαστρέβλωση των πραγματικών στοιχείων. Το έργο το έχουμε δει πολλές φορές και όσο πλησιάζουμε στις βουλευτικές εκλογές θα το βλέπουμε συχνότερα και με πιο παθιασμένες ερμηνείες.

Συνεχίζοντας τον διάλογο για την υποκειμενική φτώχεια, το in δημοσιεύει την παρέμβαση ενός νέου κοινωνικού επιστήμονα και συγγραφέα, του δρ. Μιχάλη Σκομβούλη.

Στοιχειώδης κοινωνιολογική αίσθηση καθιστά κατανοητό τον ταξικό διχασμό —αναμενόμενο αποτέλεσμα των εντεινόμενων νεοφιλελεύθερων πολιτικών μετά το 2009— ανάμεσα στο 20-25% των προνομιούχων και το 70-75% των μικρομεσαίων και προλεταριοποιημένων. Συσχετισμός που αποτυπώνεται καθαρά και εκλογικά  -ίσως καθαρότερα από ποτέ στη μεταπολίτευση- παρά τα τεράστια προβλήματα κατακερματισμού και αξιοπιστίας της εκπροσώπησης των μη προνομιούχων.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς αναγνώστης του Μπουρντιέ —κάτι που δεν θα περίμενε κανείς από τρόπους σκέψης που χαρακτηρίζονται από άγνοια και υποτίμηση των κοινωνικών επιστημών— για να κατανοήσει ότι όταν ένα αίσθημα αφορά τεράστια πλειοψηφία, παύει να είναι υποκειμενικό ή ψυχολογικό φαινόμενο. Γίνεται ενσωματωμένη κοινωνική αντικειμενικότητα, που παράγεται και αναπαράγεται μέσα στην οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας και επιδρά πάνω σε αυτήν.

Τα παραπάνω θα έπρεπε να προβληματίζουν ακόμη και μια φιλελεύθερη κυβέρνηση. Μια κοινωνία όπου η μεγάλη πλειοψηφία αισθάνεται εγκλωβισμένη δεν μπορεί να είναι δυναμική ούτε με φιλελεύθερους όρους κινητικότητας και ευκαιριών. Η ασθενική ανάπτυξη και η προτεραιότητα στην πρόωρη αποπληρωμή χρέους επιβεβαιώνουν το πρόβλημα.

Η ψαλίδα των 40 μονάδων δεν είναι στατιστικό αίνιγμα ούτε ψυχολογικό/πολιτισμικό σύμπτωμα. Είναι η καθαρή αντανάκλαση μιας κοινωνίας όπου η τεράστια πλειοψηφία ζει την ανισότητα στο πετσί της, αλλά δεν μπορεί να το εκφράσει.