Αποτυχία των προνοιακών πολιτικών καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι του υπουργείου κοινωνικής συνοχής και οικογένεια
Αποτυχία να εφαρμόσει προνοιακές πολιτικές και να οργανώσει αποτελεσματικά τις προνοιακές υπηρεσίες καταλογίζουν στην ηγεσία του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας τέσσερις σύλλογοι εργαζομένων, οι οποίοι εξέθεσαν έναν μακρύ κατάλογο προβλημάτων σε κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν σήμερα στην ΕΣΗΕΑ.
Οι τέσσερις σύλλογοι υποστηρίζουν πως η αποτυχία των πολιτικών που εφαρμόζει το υπουργείο, τρία χρόνια μετά τη σύστασή του, τεκμηριώνεται με μια σειρά από στοιχεία, ενώ η σημασία της κοινωνικής πρόνοιας βαραίνει ιδιαίτερα σε μια χώρα που βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη θέση της Ευρώπης, με ποσοστό 27,5%, όσον αφορά τον πληθυσμό σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό, και στην τρίτη χειρότερη, με ποσοστό 14,9%, όσον αφορά τον πληθυσμό με σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασαν οι εργαζόμενοι/ες, το κόστος στέγασης ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος νοικοκυριού είναι υψηλότερο στην Ελλάδα, με 35,5%, από ό,τι στην ΕΕ, όπου ανέρχεται σε 19,2%.
Το παράδειγμα που έδωσαν είναι ότι για ένα νέο ζευγάρι με καθαρό μηνιαίο εισόδημα περίπου 1.800 ευρώ και μηνιαίο ενοίκιο 700 ευρώ, το κόστος του ενοικίου απορροφά περίπου το 39% του διαθέσιμου εισοδήματος.
Αν συνυπολογιστούν λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, κοινόχρηστα και έξοδα συντήρησης, το συνολικό κόστος κατοικίας είναι πιθανό να υπερβεί το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, προσεγγίζοντας ή και υπερβαίνοντας το όριο υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης που χρησιμοποιεί η Eurostat.
Ο βαθμός δυσκολίας σχετικά με τη στέγαση ανεβαίνει ακόμη περισσότερο για τον πληθυσμό των ανάπηρων ατόμων — κάτι που εμπίπτει ολοκληρωτικά στην αποστολή του υπουργείου. Σύμφωνα με στοιχεία που αντλήθηκαν από το Παρατηρητήριο της ΕΣΑμεΑ (Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία), το 48,6% — δηλαδή σχεδόν το ένα 1 στα 2 — των ανάπηρων ατόμων ή/και των ατόμων με χρόνια πάθηση αντιμετωπίζει από μεγάλη ως ακραία ή και πλήρη δυσκολία κάλυψης των βασικών εξόδων στέγασης.
Επίσης, 8 στα 10 ανάπηρα άτομα ή/και άτομα με χρόνια πάθηση που αντιμετωπίζουν ανάγκες υποστήριξης σε καθημερινές δραστηριότητες, βασίζονται στην βοήθεια του οικογενειακού ή του φιλικού/κοινωνικού περιβάλλοντος, προκειμένου να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες, χωρίς να λαμβάνουν κάποια επαγγελματική φροντίδα ή υποστήριξη.
Οι εργαζόμενοι/ες του υπουργείου τόνισαν ότι το επίδομα παιδιού δεν επαρκεί για να καλύψει βασικές ανάγκες, καθώς αντιστοιχεί σε 840€ ετησίως για το πρώτο παιδί (για την Α’ εισοδηματική κατηγορία), δηλαδή περίπου 18% κάτω από την πραγματική αγοραστική του δύναμη σε σχέση με πριν την έντονη πληθωριστική άνοδο, καλύπτει περίπου 10–15% μιας βασικής μηνιαίας δαπάνης (π.χ. ενοίκιο ή σούπερ μάρκετ), αλλά ούτε κατά προσέγγιση δεν καλύπτει μέρος των βασικών αναγκών και κόστος ανατροφής ενός παιδιού. Αυτό επιβεβαιώνεται, είπαν, και από το γεγονός ότι το επίδομα αυτό το λαμβάνει μια οικογένεια με 1 παιδί και πραγματικό οικογενειακό εισόδημα 10.500 ευρώ.
Ως παράδειγμα φέρνουν ότι το επίδομα γέννησης των 2.400 ευρώ για το πρώτο παιδί αντιστοιχεί περίπου σε 2–4 μήνες πραγματικών εξόδων και δεν καλύπτει ούτε το πρώτο εξάμηνο ζωής, εκτός εάν η οικογένεια περιορίσει σημαντικά τις αγορές (οι οποίες όμως είναι ανελαστικές) ή διαθέτει ήδη εξοπλισμό.
Στη συνέντευξη Τύπου τονίστηκε, επίσης, ότι η Ελλάδα κατατάσσεται 2η στην ΕΕ ως προς τη μεγαλύτερη μέση ηλικία αποχώρησης των νέων από τη γονική κατοικία, σε ηλικία κατά μέσο όρο άνω των 31 ετών, και τελευταία στην μετάβαση από το πανεπιστήμιο στην εργασία
