Τσίπρας στη le soir: με μητσοτάκη έχουμε μισθούς βουλγαρίας, τιμές γαλλίας και συνθήκες εργασίας κίνας
Περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα από το 2019 έως σήμερα, ο κ. Τσίπρας σημείωσε ότι όχι μόνο χάθηκε κάθε ευκαιρία να ανακάμψει η χώρα αλλά αντιθέτως τα πράγματα επιδεινώθηκαν παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχαν οι μνημονιακές δεσμεύσεις.
Τέλος αναφέρθηκε στον πραγματικό κίνδυνο στροφής προς την ακροδεξιά, η οποία φορά τον μανδύα του αντισυστημικού έως ότου βρεθεί στην εξουσία, και στην ανάγκη η αριστερά να είναι έτοιμη για να αποτελέσει την εναλλακτική λύση χωρίς να χάσει τον προσανατολισμό της στην υπεράσπιση των λαϊκών τάξεων.
Από το 2019, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη χάνει κάθε ευκαιρία να ανακάμψει η χώρα. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) άνοιξε τη στρόφιγγα των ρευστών κατά τη διάρκεια της πανδημίας και στη συνέχεια πρόσφερε σημαντικές δυνατότητες χρηματοδότησης, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης. Η Ελλάδα θα μπορούσε να είχε επωφεληθεί από αυτές για να καλύψει τη διαφορά με τα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Όμως όχι! Η κατάσταση επιδεινώθηκε, οι ανισότητες διευρύνθηκαν. Όταν αποχώρησα από το αξίωμα του πρωθυπουργού, ο μέσος ελληνικός μισθός ήταν 83% υψηλότερος από τον βουλγαρικό• σήμερα δεν είναι πλέον παρά μόνο 17% υψηλότερος. Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών κατατάξεων.
Όχι όμως για τους Έλληνες! Το 2019, η χώρα μόλις έβγαινε από τα μνημόνια, από μια τρομερή κρίση που είχε μειώσει το ΑΕΠ της κατά 25% και υφίστατο μέτρα λιτότητας και η αγοραστική μας δύναμη παραμένει 23% χαμηλότερη σε σχέση με το 2010. Το 2026, εκτός των μνημονίων [συμφωνίες μεταξύ της Αθήνας και των πιστωτών της – ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ – που χορηγούν δάνεια έναντι της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, Σημ. Συντ.] και με τόσες δυνατότητες χρηματοδότησης, η κατάσταση θα έπρεπε να είναι πολύ καλύτερη. Eίναι σαν να έχει επιβάλλει η κυβέρνηση ένα νέο μνημόνιο στον λαό. Το 2019, δεν αφιερώνατε το 40% του εισοδήματός σας στο ενοίκιο. Το τρομακτικό κόστος ζωής επιδεινώνεται σε μεγάλο βαθμό λόγω των καρτέλ που κυριαρχούν σχεδόν σε ολόκληρη την οικονομία. Ο πληθωρισμός είναι από τους υψηλότερους στην ΕΕ. Οι τιμές μας στα σούπερ μάρκετ είναι ισοδύναμες, αν όχι υψηλότερες, από τις τιμές στο Βέλγιο. Η χώρα βρίσκεται στην τελευταία θέση της ΕΕ όσον αφορά το ΑΕΠ ανά κάτοικο σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης. Ένας μέσος Έλληνας πρέπει να έχει δύο δουλειές ή να εργάζεται δώδεκα ώρες την ημέρα για να τα βγάλει πέρα. Εν ολίγοις, οι μισθοί μας είναι βουλγαρικοί, οι τιμές μας βελγικές και γαλλικές και οι συνθήκες εργασίας μας κινεζικές.
Στη Θεσσαλονίκη σκιαγράφησα ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης: Να παράγουμε περισσότερα, να αναδιανέμουμε δικαιότερα, να ζούμε καλύτερα.
Το σχέδιο αυτό, απαραίτητο για να αποφύγουμε μια νέα κρίση, χαράζει μια προοπτική δίκαιης ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της παραγωγικής βάσης της χώρας, προϋπόθεση για μια βιώσιμη οικονομία που θα ωφελεί κάθε νοικοκυριό.
Αντί να αναπτύσσουμε αποκλειστικά τον τουρισμό και τα ακίνητα, τομείς που είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στις οικονομικές διακυμάνσεις, πρέπει να επενδύσουμε στους κλάδους στους οποίους η χώρα μας διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: στην ποιοτική αγροτική παραγωγή, στη βιομηχανία —μεταποίηση, φαρμακοβιομηχανία κ.ά.— και στην καινοτομία. Και η Ελλάδα διαθέτει ένα πραγματικό ανθρώπινο κεφάλαιο.
Για να χρηματοδοτήσουμε αυτή την προσπάθεια, θα δημιουργήσουμε ένα Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης, με αρχικό κεφάλαιο που θα προέρχεται από εθνικούς πόρους —δημόσιες επενδύσεις, συμμετοχή των επιχειρήσεων κ.ά.— και όχι από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέσω της μόχλευσης πρόσθετων ιδιωτικών επενδύσεων, η συνολική επενδυτική δυνατότητα του Ταμείου θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 25 δισ. ευρώ.
Θα αποτελέσει ένα βασικό εργαλείο για την παραγωγική ανασυγκρότηση και για τη δημιουργία της βιώσιμης ανάπτυξης που είναι αναγκαία για τη στήριξη ενός ισχυρού κοινωνικού κράτους.
Ναι, αποτελεί ελπίδα για εμάς, αλλά κυρίως για την ελληνική κοινωνία! Οι πολίτες έχουν καταλάβει ότι η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης διευρύνει τις ανισότητες και βυθίζει τη χώρα στη διαφθορά. Επτά στους δέκα Έλληνες επιθυμούν πολιτική. Η κοινή γνώμη αντέδρασε πολύ θετικά στη δημιουργία του κόμματος. Βεβαίως, δεν έχουμε εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο, ούτε δημόσια χρηματοδότηση. Όμως, έχουμε προγραμματικές προτάσεις, πολιτικό λόγο και, πάνω απ’ όλα, ξέρουμε πού θέλουμε να οδηγήσουμε τη χώρα. Θέλουμε να εκφράσουμε τα συμφέροντα των μισθωτών, της παραγωγής και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
