Ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτή και υπουργού: εργαλειοποίηση του συντάγματος ή μεταρρύθμιση ουσίας;
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρέθηκε η αναφορά του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή, το οποίο και παρουσίασε ως μέτρο στο πλαίσιο καταπολέμησης της διαφθοράς. Η κίνηση αυτή από πλευράς πρωθυπουργού μπορεί να μετρηθεί σε πρώτη φάση επικοινωνιακά. Επιχείρησε και κατάφερε ως ένα βαθμό ν’ αλλάξει τη συζήτηση και να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της επικαιρότητας από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σε ένα θέμα που άπτεται συνεργασιών προκειμένου να περάσει -αν περάσει- από την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση.
Το in ζήτησε την άποψη δύο πανεπιστημιακών για το θέμα, του Ακρίτα Καϊδατζή, αναπληρωτή καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και του καθηγητή Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπύρου Βλαχόπουλου.
Ένα από τα επιχειρήματα που ήδη ακούγονται ήδη κατά της πρότασης για το ασυμβίβαστο είναι ότι με αυτόν τον τρόπο μεγαλώνει ακόμα περισσότερο η εξουσία του εκάστοτε πρωθυπουργού, καταλήγοντας στο σημείο να έχει υπερεξουσίες που συνήθως δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα καλούνται να λύσουν.
Ο κ. Βλαχόπουλος συζητάει το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή, τονίζει όμως πως όλο αυτό θα μπορούσε να ενταχθεί μέσα σ΄ένα γενικότερο πλαίσιο αλλαγών που αφορούν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και τη συμμετοχή των βουλευτών σε αυτές. Όπως αναφέρει:
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι κ. Βλαχόπουλος τονίζει πως το ασυμβίβαστο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την κρίση που διέρχεται το πολιτικό μας σύστημα, ειδικά αν εφαρμοστεί μόνο του ως μέτρο γι’ αυτόν το σκοπό. Όπως λέει:
