Όταν στέλεχος της ευπ υποβάλλει μήνυση για κατασκοπεία μέσω predator η εθνική ασφάλεια επιβάλλει διερεύνηση κα
Ειδικότερα, η σύζυγος του συγκεκριμένου στελέχους της ΕΥΠ, στο όνομα της οποίας ήταν το τηλέφωνο που το στέλεχος χρησιμοποιούσε αποκλειστικά, ενημερώθηκε επίσημα από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ότι έγινε παγίδευση του τηλεφώνου μέσω εγκατάστασης κατασκοπευτικού λογισμικού Predator μέσω αποστολής μηνύματος sms προς τον συγκεκριμένο αριθμό.
Το συγκεκριμένο στέλεχος, κατά την περίοδο της στοχοποίησής του διατελούσε διοικητής κλιμακίου της ΕΥΠ, ενώ σήμερα είναι υποδιοικητής κλιμακίου της ΕΥΠ, έχοντας περάσει και από άλλες θέσεις ευθύνης στην Υπηρεσία.
Οι πληροφορίες που διαχειρίζεται το συγκεκριμένο στέλεχος αφορούν άμεσα και πολυεπίπεδα την εθνική ασφάλεια της χώρας. Γι’ αυτό τον λόγο η μηνυτήρια αναφορά του Γιάννη Παπαδόπουλου καθιστά σαφές ότι δεν πρόκειται απλώς για μια υπόθεση υποκλοπής ιδιωτικών συνομιλιών, αλλά για κατασκοπεία σε βάρος της χώρας, μια που το τηλέφωνο αυτό χρησιμοποιείτο στην υπηρεσιακή δράση του, που είχε όλα τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν.
Να το πούμε πολύ απλά: όποιος επιχείρησε να παγιδεύσει αυτό το τηλέφωνο, προσπάθησε να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα μεγάλο μέρος από τα δίκτυα πληροφοριοδοτών που έχει η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, αλλά και να αποκτήσει γνώση του πόσο καλά πληροφορημένη είναι η ΕΥΠ για τη δράση ξένων υπηρεσιών.
Οι πληροφορίες αυτές αποτελούν τον ορισμό των πληροφοριών που αφορούν την εθνική ασφάλεια. Το να έχουν ξένοι παράγοντες πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες αντικειμενικά υπονομεύει την ικανότητα των ελληνικών υπηρεσιών ασφαλείας να διαφυλάσσουν τα εθνικά συμφέροντα.
Και αυτό γιατί μπορεί να στρέφεται κατά των τεσσάρων πρωτόδικα καταδικασθέντων, όμως, δεν στρέφεται εναντίον τους στο πλαίσιο των κατηγοριών που εξετάστηκαν στη δίκη σε πρώτο βαθμό (και σύντομα στο Εφετείο), αλλά στο πλαίσιο της ανάγκης να διερευνηθεί ένα νέο αδίκημα, αυτό της κατασκοπείας, το οποίο τεκμηριώνεται άμεσα και επαρκώς από τον χαρακτήρα των επικοινωνιών που έκανε μέσω του παγιδευμένου τηλεφώνου και από το γεγονός ότι ήδη έχει καταδειχθεί η σχέση αυτών των προσώπων με τις υποκλοπές, αλλά και η ανάγκη να εξεταστεί η σχέση και άλλων προσώπων με την υπόθεση.
Έχει σημασία ότι σε αντίθεση με άλλα αιτήματα ανάσυρσης της δικογραφίας, εδώ δεν ζητείται να καταθέσουν οι τέσσερις ιδιώτες ως μάρτυρες – άρα δεν εγείρεται ζήτημα για τη μαρτυρία τους ως ήδη διωκόμενων και πρωτόδικα καταδικασθέντων. Η μήνυση στρέφεται κατά αυτών των τεσσάρων (και παντός άλλου υπευθύνου) και άρα ζητά από τις δικαστικές αρχές να εξετάσουν όσους μάρτυρες κρίνουν σκόπιμο για να τεκμηριώσουν εάν ισχύουν ή όχι τα όσα η μήνυση αναφέρει.
Τα στοιχεία αυτά δεν έχουν διερευνηθεί μέχρι τώρα, ούτε έχουν συνεκτιμηθεί. Ουδέποτε διερευνήθηκαν καταδεικνύοντας το συνολικότερο πρόβλημα ότι ουδέποτε κλήθηκαν να καταθέσουν όλοι όσοι δέχτηκαν μολυσμένα μηνύματα και δίνοντας πληροφορίες για το είδος των επικοινωνιών που είχαν να βοηθήσουν τις δικαστικές αρχές να αποκτήσουν συνολική εικόνα του σε τι απέβλεπαν όσοι επιχειρούσαν τις παγιδεύσεις.
Υπό αυτή την έννοια, η μήνυση αυτή δεν μπορεί να απαντηθεί με τον τρόπο που απαντήθηκαν τα προηγούμενα αιτήματα να ανασυρθεί η δικογραφία ή να διευρυνθεί το κατηγορητήριο, ακριβώς γιατί είναι μια δικαστική διερεύνηση που τώρα μόλις ξεκινά, που μπορεί να πατά πάνω σε στοιχεία που ήρθαν στο φως στην προηγούμενη διερεύνηση, αλλά αφετηρία έχει ένα τεκμήριο, δηλαδή την απόπειρα παγίδευσης ενός υπηρεσιακού τηλεφώνου στελέχους της ΕΥΠ, που δεν έχει τύχει καμίας ανακριτικής ή δικαστικής διερεύνησης μέχρι τώρα.
Ταυτόχρονα, αυτή η διάσταση της κατασκοπείας δίνει μια νέα διάσταση στην όλη υπόθεση αλλά και τις ευρύτερες πολιτικές ευθύνες που υπάρχουν.
