Φτιάχνοντας κράτος ξανά

Φτιάχνοντας κράτος ξανά

Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Η διάχυτη αυτή αίσθηση, που αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, έρχεται σε σύγκρουση με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αποδείξει ότι το κράτος λειτουργεί πιο γρήγορα και αποτελεσματικά επειδή έχει προχωρήσει η ψηφιοποίησή του.

Στην πραγματικότητα εδώ και καιρό το κράτος στη χώρα μας γίνεται όλο και πιο ουσιωδώς αναποτελεσματικό, δυσλειτουργικό και εχθρικό προς την κοινωνία.

Καταρχάς, έχουμε μια σημαντική απομείωση της ικανότητας του κράτους να σχεδιάζει και να χαράσσει πολιτική. Σήμερα τα υπουργεία σε μεγάλο βαθμό γίνονται διεκπεραιωτές της διανομής ευρωπαϊκών και εθνικών κονδυλίων, σε διάφορες δράσεις, με τον πραγματικό σχεδιασμό να γίνεται από τις διάφορες εταιρείες συμβούλων που αναλαμβάνουν τη διαχείριση και ουσιαστικά διαμορφώνουν το πλαίσιο. Δηλαδή, εδώ και καιρό δεν είναι τα υπουργεία που σχεδιάζουν τις πολιτικές ή τα έργα. Απλώς επιλέγουν τα έργα και τις χρηματοδοτήσεις, προσλαμβάνουν τις εταιρείες συμβούλων που κάνουν τον ουσιαστικό σχεδιασμό για έργα που ούτως ή άλλως ιδιωτικές εταιρείες τα αναλαμβάνουν. Όμως, με αυτόν τον τρόπο ούτε ουσιαστικός σχεδιασμός γίνεται, ούτε σοβαρή παρακολούθηση της διαχείρισης, ούτε αποτίμηση της αποτελεσματικότητας, αφού το μόνο που μετράει είναι η απορροφησιμότητα. Και βέβαια αυτό διαμορφώνει το έδαφος και για πρακτικές διασπάθισης πόρων και διαφθοράς. Πάνω από όλα ένα κράτος που διαχειρίζεται ροές και τεχνικά δελτία έργων δεν μπορεί να έχει πραγματικά πολιτική για οποιονδήποτε τομέα.

Πριν από μερικές δεκαετίες στα υπουργεία υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι γνώριζαν την κατάσταση στο πεδίο, από την συνολική ιπποδύναμη των εργοστασίων έως λεπτομερή στοιχεία για τις καλλιέργειες ή τα γεωλογικά δεδομένα. Σήμερα, η βασική δεξιότητα είναι να μπορούν να εξασφαλίζουν γρήγορη διεκπεραίωση χρηματοδοτήσεων.

Αυτό δεν είναι μόνο ένα θέμα τεχνικό ή και διοικητικό. Σταδιακά, υποχώρησε ο βαθμός στον οποίο ήταν τα υπουργεία και οι κυβερνήσεις που οραματίζονταν έργα ή μεγάλες παρεμβάσεις, έκαναν τον σχεδιασμό και μετά ανέθεταν στον ιδιωτικό τομέα την κατασκευή και την υλοποίηση. Σήμερα, σχεδιασμό κάνουν πολύ περισσότερο οι ιδιωτικές επιχειρήσεις για να προωθήσουν τη δική τους πρόταση για το πώς πρέπει να προχωρήσουν οι βασικές προτεραιότητες για τη χώρα, παρά οι κυβερνήσεις. Δεν θέλω να αμφισβητήσω ότι συχνά οι επιχειρήσεις έχουν βαθιά γνώση και εμπειρία, όμως αυτό δεν αναιρεί ότι εδώ υπάρχει ένα έλλειμμα πολιτικής.

Τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα όταν έχουμε μια κυβέρνηση εδώ και επτά χρόνια που δεν ακολουθεί μόνο αυτή την τάση – που δεν είναι μόνο ελληνική και στην Ευρώπη μιλάνε για consultocracy για αυτή τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στις εταιρείες συμβούλων – αλλά και ιδεολογικά αντιμετωπίζει εχθρικά το κράτος και οτιδήποτε το δημόσιο.

Μόνο που εάν μέναμε μόνο στην ιδεολογική εμμονή της κυβέρνησης σε αυτή την υποτίμηση του κράτους, θα χάναμε μια άλλη διάσταση, που είναι ακριβώς η χειραγώγηση της όλης διαδικασίας με σκοπό το ίδιον πολιτικό όφελος. Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση συνειδητά χρησιμοποίησε τη διαχείριση των ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων ως τρόπο όχι απλώς να ενισχύσει κάποιες επιχειρήσεις, αλλά και να έχει σημαντικό πολιτικό όφελος. Ο τρόπος για παράδειγμα που μέσα από έναν κυκεώνα αναθέσεων ευνοήθηκαν συγκεκριμένοι όμιλοι που με τη σειρά τους δεν παρέλειψαν να εκφράσουν ευγνωμοσύνη στην κυβέρνηση επενδύοντας και στη διαμόρφωση ενός φιλοκυβερνητικού μηντιακού οικοσυστήματος είναι πολύ χαρακτηριστικός.

Ακόμη και στα σώματα ασφαλείας, παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης να τα αντιμετωπίσει ως βασικό πυλώνα της εκλογικής πελατείας της, πολλά είναι τα παράπονα  ότι δεν αισθάνονται ότι έχουν την υποστήριξη που τους αναλογεί.

Την ίδια ώρα παρά τους διαρκείς πανηγυρισμούς της κυβέρνησης για την πορεία ψηφιοποίησης του κράτους, η γραφειοκρατία κάθε άλλο παρά έχει μειωθεί. Απλώς έχει μεταφερθεί από το γκισέ στην οθόνη, με τον πολίτη να κοιτάζει συχνά ανήμπορος μην έχοντας καν τη δυνατότητα να απευθυνθεί στον υπάλληλο και να ζητήσει μια βοήθεια.

Όλα αυτά έχουν επιπτώσεις στο πώς λειτουργεί το κράτος. Γιατί είναι προφανές ότι το κράτος δεν κρίνεται από το εάν μπορεί να προσφέρει τη μία ή την άλλη ψηφιακή εφαρμογή, αλλά από το πώς ανταποκρίνεται σε προκλήσεις. Να το πω διαφορετικά: η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτή κατάφερε να θέσει σε λειτουργία το 112, όμως είναι σαφές ότι αυτό δεν αρκεί, γιατί δουλειά του κράτους δεν είναι να εξασφαλίζει μόνο ότι δεν θα υπάρξουν θύματα, αλλά και να προλαμβάνει και να κάνει σχεδιασμό για τις φυσικές καταστροφές ή για οποιαδήποτε μείζονα κρίση. Και εδώ ο απολογισμός της κυβέρνησης κάθε άλλο παρά καλός είναι. Στην πανδημία η χώρα μας είχε από τις χειρότερες στατιστικές στην Ευρώπη, στα Τέμπη είχαμε μια πραγματική κατάρρευση του κράτους ως προς τη στοιχειώδη υποχρέωση να εξασφαλίζει την ασφάλεια των μεταφορών, ο Ντάνιελ εξακολουθεί να υπογραμμίζει πόσο απροετοίμαστοι παραμένουμε απέναντι στις απειλές που φέρνει η κλιματική αλλαγή.