Γυάρος: ένας τεράστιος εκβιασμός
Ο υπουργός της Δικαιοσύνης κ. Καλλίας ανεκοίνωσεν ότι έδωσεν εντολήν μεταφοράς εις άλλας φυλακάς των κρατουμένων εις τας φυλακάς Γυάρου. Η ανωτέρω απόφασις ελήφθη διότι ο αριθμός των κρατουμένων εις Γυάρον έχει ουσιωδώς περιορισθή. Ήδη εις Γυάρον κρατούνται 2 κατάδικοι δι’ εγκλήματα δοσιλογισμού, 90 δι’ ανατρεπτικήν δράσιν, ήτοι εγκλήματα διαπραχθέντα κατά της ζωής πολιτών κατά το διάστημα της Κατοχής και του συμμοριτοπολέμου, και 45 κατάδικοι διά κοινά εγκλήματα. Οι κρατούμενοι εις τας φυλακάς Γυάρου θα κατανεμηθούν εις άλλας φυλακάς αναλόγως του υπολοίπου της ποινής εκάστου καταδίκου.
Όπως αποδείχθηκε από όσα ακολούθησαν, η απόφαση που είχε λάβει την προτεραία, 27η Μαρτίου 1961, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνος Καλλίας, δεν έμελλε να σηματοδοτήσει την οριστική παύση λειτουργίας των φυλακών της Γυάρου. Λίγα χρόνια αργότερα η δικτατορία των συνταγματαρχών προέβη στην επαναχρησιμοποίηση της Γυάρου ως τόπου φυλάκισης αντιφρονούντων (οι τελευταίοι πολιτικοί εξόριστοι της Γυάρου, 44 τον αριθμόν, απελευθερώθηκαν τον Ιούλιο του 1974, μετά την πτώση της χούντας).
Ας αφήσουμε για λίγο τους βασανιστές κι ας πάμε λίγο πιο πίσω, στα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967.
Τι ήταν αυτή η Γυάρος; Γράφτηκαν πολλά, μετά την πτώση της χούντας, γι’ αυτό το εφιαλτικό νησί. Δεν πρόκειται να μιλήσουμε τώρα για φίδια και σκορπιούς που ανακάλυψαν οι έκτακτοι απεσταλμένοι των εφημερίδων στη Γυάρο. Ούτε και για την ξεραΐλα, για τα βράχια, για το μπετονένιο κτίριο, που μέσα σ’ αυτό κλείστηκαν οι κρατούμενοι.
Ας πούμε ότι περπατάς στο δρόμο —στην οδό Ακαδημίας, για παράδειγμα— λίγες μέρες μετά τη δικτατορία.
Σε λίγο βρίσκεσαι σ’ ένα γραφείο της Ασφάλειας, απέναντι σ’ έναν κύριο Καραπαναγιώτη, που δεν σε αφήνει να πάρης ανάσα:
Θα το πάρης απόφαση σε λίγες μέρες —έξη, επτά— όταν πεθαμένος από το ξύλο, την πείνα, τη δίψα, τον εξευτελισμό, το κλείσιμο σ’ εκείνο το κελλί, και με τις αισθήσεις νεκρές, μπαίνεις στην κλούβα που θα σε πάη στο Ναύσταθμο, όπου περιμένει το αρματαγωγό για τη Γυάρο. Και τραβάς έτσι κι εσύ, με την καρδιά σφιγμένη, χωρίς να ξέρης τι γίνεται γύρω σου, χωρίς να τολμάς να σκεφτής το σπίτι σου, την τρέλλα που θα τους έχη πιάσει τόσες μέρες που έχεις εξαφανιστή και δεν ξέρουν τι έχεις απογίνει, χωρίς να τολμάς να σκεφτής πού πας και τι θ’ απογίνης.
Ο Νικηφόρος Αντωνόπουλος επιστρέφει από την εξορία, τον Αύγουστο του 1970, και αγκαλιάζει (στον Πειραιά) τον πεντάχρονο γιο του Λεωνίδα
(Για την ιστορία, που λένε, τέσσερις τέτοιες αποφάσεις, που έχω στα χέρια μου, για ανάλογα χρόνια εγκλεισμού σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, τις υπογράφουν, εκτός από τους χουντικούς νομάρχες της περιόδου εκείνης και τους αστυνομικούς διευθυντές, και οι Εισαγγελείς Πρωτοδικών Αθηνών: Σόλων Παπαδόπουλος, Ηλίας Σπυρόπουλος και Θεόδωρος Μπαντούνας).
Αυτή ήταν η Γυάρος. Ένας τεράστιος εκβιασμός απέναντι σ’ ολόκληρο τον Ελληνικό Λαό, ν’ αποδεχθή την δικτατορία. Και για την υλοποίηση αυτού του εκβιασμού υπήρχαν οι 7-8.000 κρατούμενοι της δικτατορίας.
