Κυβέρνηση σε παρακμή: το μαξίμου απέναντι σε μια νέα κανονικότητα που δεν προμηνύει τίποτε καλό
Επτά χρόνια μετά την αλλαγή διακυβέρνησης στο τιμόνι της χώρας, είναι ίσως η πρώτη φορά που η κυβέρνηση της ΝΔ δείχνει έντονα σημάδια παρακμής, όχι κούρασης ή φθοράς -λόγω της παρατεταμένης παραμονής στην εξουσία- αλλά παρακμής και μάλιστα με ηθικό υπόβαθρο. Συμβαίνουν αυτά όταν έχεις την αίσθηση και τη βεβαιότητα πως δεν μπορεί να σε αγγίξει κανείς.
Η υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της πλήρους απομόνωσης της κυβέρνησης από την κοινωνία – το άλλο είναι η άποψη που διατύπωσε ο πρωθυπουργός στη Βουλή το πρωί της Πέμπτης: πως στο πασχαλινό τραπέζι οι οικογένειας δεν συζητούσαν την ακρίβεια ή τα σκάνδαλα, αλλά πόσο απασχολούνται τα βλαστάρια τους με το κινητό στα χέρια. Πραγματικά εκτός τόπου και χρόνου.
Κάνοντας μια αναδρομή, στον πρώτο κιόλας μήνα της γαλάζιας διακυβέρνησης, το καλοκαίρι του 2019, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αυτοδιαψεύδεται. Βγαίνει δημόσια και δηλώνει πως δεν προτίθεται ν’ αλλάξει τον νόμο για τα προσόντα που απαιτούνται για τον νέο διοικητή της ΕΥΠ. Λίγες μέρες αργότερα αυτοδιαψεύδεται και προχωρά σε αλλαγή του νόμου προκειμένου να γίνει διοικητής ένας πρώην σεκιουριτάς, ιδιωτικής εταιρείας. Το πόσο καλά πήγαν τα πράγματα με την επιλογή αυτή το διαπιστώνουμε ως σήμερα, με το σκάνδαλο των υποκλοπών να μην έχει κλείσει ακόμα.
Ακολούθησαν κι άλλες αντίστοιχες επιλογές που πήγαν κουβά και έριξαν στο καναβάτσο την όποια αξιοπιστία της κυβέρνησης που επέμενε στο ξεθωριασμένο πλέον αφήγημα της αριστείας. Στην περίπτωση Λαζαρίδη επί 10 ημέρες η κυβέρνηση σέρνεται πίσω από τον ανύπαρκτο τίτλο σπουδών ενός στελέχους της, τον καλύπτει για να έρθει στο τέλος ο ίδιος μετά την κατακραυγή και να ζητήσει να επιστρέψει (εντόκως) τα χρήματα που έλαβε. Παραδέχεται δηλαδή πως τα εισέπραξε παρατύπως, αν όχι παράνομα. Και όμως, για την κυβέρνηση, αν πιστέψουμε τον εκπρόσωπό της κ. Μαρινάκη, δεν υπάρχει θέμα.
Ενδεικτικό της άθλιας διαχείρισης, ήταν και το γεγονός πως ο ίδιος ο πρωθυπουργός αν και προκλήθηκε δημόσια στη Βουλή από τους πολιτικούς αρχηγούς, δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά ονομαστικά στον υφυπουργό του. Σαν να μην υπάρχει, σαν να μην προκάλεσε με τη στάση του, λες και δεν πρόσβαλε με τα λόγια του και τις πράξεις του χιλιάδες επιστήμονες με πραγματικά πτυχία που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες επειδή στην Ελλάδα δεν είχαν στον ήλιο μοίρα.
Η σπουδή του να ακυρώσει το περιεχόμενο της συζήτησης εξ αρχής -υποστηρίζοντας ότι η Βουλή θα έπρεπε να συζητά πιο… σοβαρά θέματα- ήταν ενδεικτική των όσων ακολούθησαν. Πως βιάστηκε για παράδειγμα να ακυρώσει το σκάνδαλο των υποκλοπών, δηλώνοντας αυτάρεσκα ότι κρίθηκε σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Ξέχασε προφανώς το κάζο που έπαθε με τα Τέμπη. Όταν δηλαδή το καλοκαίρι του ’23 πήρε πανηγυρική νίκη στις εκλογές, με την τραγωδία των Τεμπών να έχει συμβεί κάποιους μήνες πριν. Το Μαξίμου τότε θεώρησε ότι εκλογικά τα Τέμπη δεν κόστισαν τίποτε. Και τα λησμόνησαν. Και ήρθαν τα θεαματικά συλλαλητήρια του 2025 για να αιφνιδιάσουν πλήρως τον κ. Μητσοτάκη και το επιτελείο του με τη μαζικότητά τους που αποτέλεσε διαμαρτυρία ολκής κατά της κυβέρνησής του.
Αν ακολουθήσει κανείς αυτή τη λογική, σημαίνει ότι για τον θάνατο του Μένιου Κουτσόγιωργα σε ζωντανή μετάδοση στο ειδικό δικαστήριο, την αποκλειστική ευθύνη έχει η παράταξη της ΝΔ και ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού. Υπό το ίδιο πρίσμα, θα έπρεπε να μετράμε δεκάδες νεκρούς και βαριά ασθενείς, κάθε φορά που ανεβαίνουν πολιτικά οι τόνοι ή κάθε φορά που γίνεται μια αποκάλυψη ή μπαίνουν στο τραπέζι ερωτήματα για γεγονότα και εμπλεκόμενους σ’ αυτά…
Άλλο ένα δείγμα της παρακμής που βιώνει έντονα η κυβέρνηση είναι οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στους θεσμούς και δη σ’ αυτόν του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Διαχρονικά η ΝΔ εμφανιζόταν υπέρ της Δικαιοσύνης και της ανεξαρτησίας της, αλλά μάλλον αυτό ισχύει μόνο για την εσωτερική κατανάλωση.
Δεν εξηγούνται διαφορετικά οι χυδαίες επιθέσεις κατά των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, αλλά και εις βάρος της κας Κοβέσι. Υπουργοί και βουλευτές της γαλάζιας παράταξης όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, η Σοφία Βούλτεψη κ.α. έχουν ξεπεράσει τα όρια κάθε κριτικής που ο καθένας μπορεί να κάνει και αποδίδουν κατηγορίες που εμπίπτουν στα όρια της συκοφαντίας. Το γεγονός ότι κανείς δεν έχει βρεθεί να τους μαζέψει απ’ το Μαξίμου είναι ενδεικτικό της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η κυβέρνηση.
