Αυτή είναι η παράβαση που ελέγχει καθημερινά η τροχαία – επιφέρει πρόστιμο 150 ευρώ και αφαίρεση διπλώματος
Να βάλουν τέλος σε καθημερινές παραβάσεις και κακές συνήθειες των Ελλήνων οδηγών προσπαθούν οι Αρχές, μέσα από τον αναθεωρημένο Κώδικα Οδική Κυκλοφορία.
Στο πλευρό των Αρχών έχουν τεθεί και οι σύγχρονες κάμερες ελέγχου της κυκλοφορίας, που εντοπίζουν τους παραβάτες οδηγούς που μπορεί να οδηγούν κάνοντας χρήση του κινητού τηλεφώνου, χωρίς να φοράνε ζώνη ασφαλείας ή κράνος, να παραβιάζουν τα όρια ταχύτητας και να κινούνται στις λεωφορειολωρίδες.
Ωστόσο, η Ελληνική Αστυνομία έχει καταρτήσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τον περιορισμό της παραβατικότητας στους δρόμους, βάζοντας στο στόχαστρο συγκεκριμένες παραβάσεις που ελέγχονται σχεδόν καθημερινά.
Πέρα από την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, για την οποία πραγματοποιούνται χιλιάδες αλκοτέστ κάθε εβδομάδα, η Τροχαία έχει επικεντρωθεί και στην παράνομη χρήση της Λωρίδας Έκτακτης Ανάγκης (ΛΕΑ) από οδηγούς.
Σύμφωνα με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης προορίζεται αποκλειστικά για περιπτώσεις ανάγκης, όπως η διέλευση ασθενοφόρων, πυροσβεστικών ή άλλων σωστικών οχημάτων.
Συνεπώς, η κατάχρησή της από οδηγούς που θέλουν να αποφύγουν την κίνηση όχι μόνο επιβαρύνει την κυκλοφορία, αλλά μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη σε καταστάσεις όπου απαιτείται άμεση επέμβαση.
Σύμφωνα με το Άρθρο 33 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας η παράνομη κίνηση στη ΛΕΑ δεν μένει ατιμώρητη. Στους οδηγούς επιβάλεται πρόστιμο 150 ευρώ και αφαίρεση άδειας οδήγησης για 40 ημέρες, καθώς η παράβαση κατατάσσεται στις παραβάσεις αντικοινωνικής συμπεριφοράς (κατηγορία Σ).
Σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης, το πρόστιμο μπορεί να ανέλθει στα 1.000 ευρώ και η αφαίρεση διπλώματος να φτάσει τους έξι μήνες. Αν υπάρξει τρίτη παράβαση μέσα σε πέντε χρόνια από τη δεύτερη, το πρόστιμο διπλασιάζεται στα 2.000 ευρώ και η άδεια οδήγησης αφαιρείται για έναν χρόνο.
Αν όμως από τη συγκεκριμένη παράβαση προκύψει κίνδυνος για την υγεία ή την ασφάλεια άλλου προσώπου ή περιουσίας, τότε ο οδηγός μπορεί να αντιμετωπίσει ποινή φυλάκισης έως δέκα έτη.
