Η αρκτική, ο τραμπ και το ευρωπαϊκό δίλημμα για την απόμακρη ισλανδία

Η αρκτική, ο τραμπ και το ευρωπαϊκό δίλημμα για την απόμακρη ισλανδία

Χρόνος ανάγνωσης: 2 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, η Ισλανδία των περίπου 400.000 κατοίκων εφαρμόζει ήδη το μεγαλύτερο μέρος του ευρωπαϊκού δικαίου.

Είναι εδώ και καιρό μέλος της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) για την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου, του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) με πρόσβαση στην ενιαία αγορά και της ζώνης Σένγκεν με ελεύθερη διασυνοριακή μετακίνηση των συμμετεχουσών χωρών.

Υπό αυτήν την έννοια, το σημερινό δημοψήφισμα για την επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ θα έπρεπε να φαντάζει ως οιονεί φυσική συνέχεια.

Υπάρχει ωστόσο διχογνωμία στο αρκτικό νησιωτικό κράτος, που έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τις Βρυξέλλες.

Η Ισλανδία υπέβαλε αρχικά αίτηση προσχώρησης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της κατάρρευσης του τραπεζικού τομέα της.

Όμως τον Δεκέμβριο του 2013 -με την ισλανδική οικονομία σε ανάκαμψη- το Ρέικιαβικ ανέστειλε τις διαπραγματεύσεις, μετά την άνοδο στην εξουσία ενός κεντροδεξιου ευρωσκεπτικιστικού συνασπισμού και εν μέσω αδιεξόδου με την ΕΕ για τις ποσοστώσεις στην αλιεία.

Έναν κομβικό τομέα για την ισλανδική οικονομία, αλλά και για την εθνική παράδοση των απογόνων των Βίκινγκς.

Καθώς οι πάγοι λιώνουν στην Αρκτική λόγω της κλιματικής κρίσης και η περιοχή μετατρέπεται σε νέο Ελντοράντο, οι γεωπολιτικές προκλήσεις αυξάνονται (και) για την Ισλανδία.

Η φιλοευρωπαϊκή κεντροαριστερή κυβέρνηση συνασπισμού υπό την σοσιαλδημοκράτισσα Κριστρούν Φροσταντότιρ, που προέκυψε από τις εκλογές του 2024, σχεδίαζε να προχωρήσει στη διενέργεια του δημοψηφίσματος έως τα τέλη του 2027.

Όμως οι συνεχείς απειλές του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, κατά της παρακείμενης Γροιλανδίας, η κρίση που προκάλεσε στο ΝΑΤΟ, οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία και ο εντεινόμενος γεωπολιτικός ανταγωνισμός στην Αρκτική ώθησαν το Ρέικιαβικ στην επίσπευση των σχεδίων.