Νέο πλήγμα για την κομισιόν στην υπόθεση των εμβολίων

Νέο πλήγμα για την κομισιόν στην υπόθεση των εμβολίων

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα δέχεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πολύκροτη υπόθεση των συμβάσεων προμήθειας εμβολίων κατά της Covid-19, καθώς νομικός σύμβουλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβεβαίωσε ότι οι Βρυξέλλες δεν παρείχαν επαρκή πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες που αφορούσαν τις συμφωνίες δισεκατομμυρίων ευρώ με τις φαρμακευτικές εταιρείες κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Η νέα αυτή εξέλιξη αναζωπυρώνει μια συζήτηση που δεν έχει σταματήσει από το 2021 και αφορά το κατά πόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτούργησε με πλήρη διαφάνεια όταν διαπραγματευόταν και υπέγραφε συμβόλαια για την προμήθεια εμβολίων εν μέσω της μεγαλύτερης υγειονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών.

Η υπόθεση αφορά τις κοινές αγορές εμβολίων που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για λογαριασμό των κρατών-μελών την περίοδο 2020-2021. Εκείνη την εποχή, καθώς η πανδημία σάρωνε την Ευρώπη και οι κυβερνήσεις αναζητούσαν επειγόντως λύσεις για την προστασία των πολιτών τους, η Κομισιόν ανέλαβε να διαπραγματευτεί και να εξασφαλίσει εκατοντάδες εκατομμύρια δόσεις εμβολίων από μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες.

Οι συμφωνίες αυτές είχαν τεράστια οικονομική και πολιτική σημασία. Το συνολικό ύψος των συμβάσεων ανερχόταν σε περίπου 2,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ επηρέαζε άμεσα τις στρατηγικές δημόσιας υγείας ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον λόγο αυτό, ευρωβουλευτές, δημοσιογράφοι, οργανώσεις και ιδιώτες πολίτες ζήτησαν να αποκτήσουν πλήρη πρόσβαση στα συμβόλαια και στα στοιχεία των διαπραγματεύσεων.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέτρεψε μόνο μερική πρόσβαση στα έγγραφα. Σημαντικά τμήματα των συμβολαίων είχαν διαγραφεί ή καλυφθεί, ενώ μεταξύ των πληροφοριών που παρέμειναν μυστικές ήταν τα ονόματα των μελών της διαπραγματευτικής ομάδας και ορισμένες κρίσιμες ρήτρες που αφορούσαν την αποζημίωση των φαρμακευτικών εταιρειών σε περίπτωση νομικών αξιώσεων ή αποζημιώσεων.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι οι πολίτες είχαν δικαίωμα να γνωρίζουν ποιοι διαπραγματεύτηκαν συμβόλαια τέτοιου μεγέθους και υπό ποιους ακριβώς όρους υπογράφηκαν οι συμφωνίες που χρηματοδοτήθηκαν από δημόσιους πόρους.

Το 2024 το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι η Κομισιόν δεν είχε ενεργήσει με επαρκή διαφάνεια και δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό τους προσφεύγοντες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντέδρασε καταθέτοντας έφεση, επιχειρώντας να ανατρέψει την απόφαση.

Η νέα γνωμοδότηση του γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου έρχεται ουσιαστικά να ενισχύσει το σκεπτικό της αρχικής απόφασης. Ο νομικός σύμβουλος απορρίπτει τα βασικά επιχειρήματα της Επιτροπής και υποστηρίζει ότι η διαφάνεια στη διαδικασία διαπραγμάτευσης εξυπηρετεί σαφώς το δημόσιο συμφέρον.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα των ονομάτων των διαπραγματευτών. Η Κομισιόν είχε υποστηρίξει ότι η δημοσιοποίησή τους θα μπορούσε να επηρεάσει την ιδιωτική ζωή ή την προσωπική ασφάλεια των εμπλεκομένων. Ωστόσο, ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι η ανωνυμοποίηση των εγγράφων δεν επιτρέπει στους πολίτες να διαπιστώσουν εάν υπήρξαν ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων ή να αξιολογήσουν την αμεροληψία όσων συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, η απλή δημοσίευση ανώνυμων δηλώσεων περί απουσίας σύγκρουσης συμφερόντων δεν αρκεί για να εξασφαλίσει πραγματικό δημόσιο έλεγχο. Με άλλα λόγια, η διαφάνεια δεν εξαντλείται στη διαβεβαίωση ότι όλα έγιναν σωστά. Προϋποθέτει τη δυνατότητα των πολιτών να ελέγξουν οι ίδιοι τα δεδομένα.