Ο φασισμός δεν ξεκινά με τον φόνο, αλλά με την ηδονή να τον φαντάζεσαι

Ο φασισμός δεν ξεκινά με τον φόνο, αλλά με την ηδονή να τον φαντάζεσαι

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Σε αντίθεση με τους ψυχαναλυτές, που προσπαθούν να θεραπεύσουν τις νευρώσεις, τις ψυχωσικές διαταραχές και τα τραύματα των ατόμων, ο ακροδεξιός φανατισμός κάνει ακριβώς το αντίθετο, σημειώνει το Social Europe.

Ο φασισμός δεν χρειάζεται καν θεωρία, καθώς τρέφεται αποκλειστικά από την κινητοποίηση των παθών

Μετατρέπει τους ανθρώπους σε νευρωτικούς και ψυχωσικούς, καθιστώντας τους τελικά απόλυτα εξαρτημένους από τους υποτιθέμενους ηγέτες τους. Η προπαγάνδα αυτή τροφοδοτεί τον θυμό και την πικρία, επιδιώκοντας να μεταμορφώσει τους οπαδούς της σε απόλυτα παρανοϊκά άτομα.

Παράλληλα, καλλιεργεί μια κουλτούρα σκληρότητας, μια ηδονή για κακία και καταστροφικές φαντασιώσεις, μέσα από τις οποίες οι οπαδοί επιθυμούν να διαπράξουν ωμότητες απέναντι σε όσους θεωρούν υπεύθυνους για τις δυστυχίες τους, εντείνοντας εν τέλει τις δολοφονικές και επιθετικές τους παρορμήσεις.

Η συγκεκριμένη κουλτούρα σκληρότητας συχνά εκφράζεται δημόσια, όπως στην περίπτωση της Κρίστι Νόεμ, η οποία αποφάσισε να πυροβολήσει το ηλικίας 14 μηνών σκυλί της επειδή ήταν ανυπάκουο και κυνηγούσε τα κοτόπουλα του γείτονα. Το μήνυμα που εξέπεμψε μέσα από τα απομνημονεύματά της ήταν πως σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να επικρατεί η αδίστακτη σκληρότητα και δεν υπάρχει χώρος για έλεος ή συναισθηματισμούς. Η επίδειξη αυτή την έκανε αγαπητή στους υποστηρικτές της και στον Ντόναλντ Τραμπ, ανοίγοντάς της τον δρόμο για υψηλότερα αξιώματα.

Αργότερα, ως υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, η Νόεμ πόζαρε θεατρικά μπροστά σε ένα στρατόπεδο κράτησης στο Ελ Σαλβαδόρ, χρησιμοποιώντας απελαθέντες μετανάστες με ξυρισμένα κεφάλια ως φόντο. Το μήνυμα ήταν σαφές: οι φρικαλεότητες δεν πρέπει απλώς να διαπράττονται, αλλά να επιδεικνύονται δημόσια, μια πρακτική που αποθεώθηκε από τον οργισμένο διαδικτυακό όχλο. Η ίδια απομακρύνθηκε από τη θέση της μόνο όταν οι παραστρατιωτικές δυνάμεις υπό τις διαταγές της άρχισαν να πυροβολούν απλούς πολίτες και ειρηνικούς διαδηλωτές. Σε αυτή τη δυναμική, ο οπαδός συμπράττει ενεργά, αντιλαμβανόμενος κάθε παραβίαση των πολιτισμικών ορίων από τους ηγέτες του ως πράξη απελευθέρωσης.

Σύμφωνα με το βιβλίο του Ρόμπερτ Μίζικ, ο φασισμός δεν ξεκινά με τη δολοφονία, αλλά με την ηδονή του να τη φαντάζεται κανείς. Η βία ριζώνει εσωτερικά πριν εκδηλωθεί προς τα έξω: αρχικά οι άνθρωποι γελούν με τη σκληρότητα, στη συνέχεια την εκλαμβάνουν ως απελευθερωτική ειλικρίνεια και, τελικά, ως αναγκαία συνέπεια. Η δύναμη της προπαγάνδας έγκειται στο να παρουσιάζει τη σκληρότητα ως δικαιοσύνη, μετατρέποντας τον φασισμό περισσότερο σε μια μεταδοτική συναισθηματική διάθεση παρά σε μια αμιγώς πολιτική ιδεολογία. Το αίσθημα της αδικίας, του φθόνου, της μνησικακίας και του φόβου κυκλοφορούν σαν αντίλαλος που επιστρέφει όλο και πιο δυνατός, μέχρι ο φανατικός να μοιάζει φυσιολογικός και ο φυσιολογικός άνθρωπος να φαντάζει ύποπτος.