Γιατί η ρήξη του μπέρναμ με τον θατσερισμό έχει σημασία για ολόκληρη την ευρώπη;
Στις ομιλίες του κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο νέος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος και πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Άντι Μπέρναμ, χαρακτήρισε τον Θατσερισμό ως πηγή της οικονομικής κακοδιαχείρισης και της κοινωνικής δυσφορίας στη χώρα.
Και ενώ ορισμένοι θεωρούν άσκοπο να μιλάει κανείς για ιστορία όταν ο κόσμος ζητά ρεαλιστικές λύσεις για την κρίση του κόστους διαβίωσης – και άλλοι έχουν επικρίνει τις ίδιες τις ομιλίες – αυτή η αλλαγή στο πλαίσιο της πολιτικής ατζέντας έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο για τους Βρετανούς αλλά και για τους σοδιαλδημοκράτες της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Μέχρι την εμφάνιση του Μπέρναμ, οι Βρετανοί, που ένιωθαν ότι η ζωή γινόταν όλο και πιο αγχωτική – για ορισμένους, ακόμη και δυστυχισμένη – είχαν στη διάθεσή τους δύο ερμηνείες για το ποιος φταίει. Το δεξιό κίνημα, που εκτείνεται από το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) μέσω του Brexit, έως το Reform, μαζί με ένα αυξανόμενο τμήμα του Συντηρητικού Κόμματος, έχει αποδώσει την ευθύνη στην ΕΕ. Η συναίνεση μεταξύ Φιλελεύθερων και Εργατικών της τελευταίας δεκαετίας, από την άλλη πλευρά, έχει αποδώσει την ευθύνη στο Brexit.
Το θέμα σήμερα είναι ότι, ενώ το Brexit αναμφίβολα μείωσε το αναπτυξιακό δυναμικό της βρετανικής οικονομίας, αποτελεί μία συνέπεια και όχι την αιτία. Η άμεση αιτία ήταν η λιτότητα που επιβλήθηκε μετά την οικονομική κρίση από τον Ντέιβιντ Κάμερον και τον Τζορτζ Όσμπορν, η οποία συνέπεσε με την αντίληψη για την αύξηση της μετανάστευσης, την ανεξέλεγκτη ανισότητα και την κατάρρευση των προσιτών δημόσιων υπηρεσιών.
Η πολιτική συγκέντρωση εξουσίας της Θάτσερ έχει εν μέρει ανατραπεί, μέσω των δημάρχων των μεγάλων πόλεων και της αποκέντρωσης στην Σκωτία, ενώ υπήρξαν επίσης οικονομικές μεταρρυθμίσεις κατά την περίοδο Μπλερ – Μπράουν, όπως η καθιέρωση του κατώτατου μισθού και η ενίσχυση των επενδύσεων στην εκπαίδευση, αλλά αυτές ακολουθήθηκαν από 14 χρόνια διακυβέρνησης των Τόρις σε ολοένα και πιο χαοτικές μορφές. Πριν από δύο χρόνια, το Εργατικό Κόμμα έλαβε ισχυρή εντολή να φέρει την αλλαγή· τώρα ο Μπέρναμ ανέλαβε με την υπόσχεση να την κάνει πράξη.
Σήμερα. το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι μέλος της ΕΕ, αλλά μοιράζεται πολλές ανησυχίες με την Ευρώπη, μεταξύ των οποίων η βιομηχανική παρακμή και οι επίμονες εδαφικές ανισορροπίες. Όπως και οι τελευταίοι Θατσερικοί στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο δεξιός άξονας του Φρίντριχ Μερτς και της Τζιόρτζια Μελόνι αποδίδει την ευθύνη για την παρακμή της βιομηχανίας στην υπερβολική ρύθμιση και τη γραφειοκρατία της ΕΕ. Και η φον ντερ Λάιεν είναι απορροφημένη από την προσπάθεια να αφαιρέσει την περιφερειακή ανάπτυξη από την αρχιτεκτονική της οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ…
Αν και όχι με… ευθεία πορεία, η ΕΕ κατάφερε να ακολουθήσει περισσότερο τον Ντελόρ παρά την Θάτσερ. Πάντα υπήρχε τρόπος να προωθηθεί η ενοποίηση, όταν αυτό ήταν απαραίτητο και δικαιολογημένο. Το σημερινό παράδειγμα είναι η πολιτική στέγασης. Τώρα που η ΕΕ δραστηριοποιείται σε αυτό τον τομέα, πρέπει να συνοδεύσει τα κονδύλια που διατίθενται για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης με ανάλυση και πολιτικές συμβουλές.
Το ερώτημα σήμερα είναι αν ο Θατσερισμός μπορεί να ανατραπεί με μικρά βήματα ή με έναν παραδειγματικό και συστημικό τρόπο. Η βιομηχανική πολιτική κυκλοφορεί ως προοδευτική λέξη-κλειδί τουλάχιστον από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, χωρίς όμως να υπάρχει ένας σαφής ορισμός. Ίσως η ομάδα του Μπέρναμ να μπορεί τώρα να συμβάλει στον καθορισμό του περιεχομένου της. Για αυτό, θα πρέπει όχι μόνο να μιλούν για το θέμα, αλλά και να το εφαρμόζουν στην πράξη.
Όταν οι Ευρωπαίοι είδαν την ψήφιση του αμερικανικού νόμου για τη μείωση του πληθωρισμού πριν από τέσσερα χρόνια, αρχικά δεν πίστευαν στα μάτια τους – και στη συνέχεια έπεισαν τους εαυτούς τους ότι το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν η Ευρώπη ήταν να κάνει κάτι παρόμοιο. Όταν ο Μάριο Ντράγκι παρουσίασε την έκθεσή του για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, οι ηγέτες της ΕΕ επικεντρώθηκαν μόνο στο μικρό τμήμα της που αφορούσε στην απλοποίηση της νομοθεσίας, αντί να δώσουν προτεραιότητα στη δημιουργία μιας κοινής δημοσιονομικής ικανότητας για καινοτομία και επενδύσεις.
