Γκάντι άιζενκοτ, ο άνθρωπος που ίσως εκθρονίσει τον νετανιάχου

Γκάντι άιζενκοτ, ο άνθρωπος που ίσως εκθρονίσει τον νετανιάχου

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Προβάδισμα στον Γκάντι Άιζενκοτ έναντι του Μπενιαμίν Νετανιάχου για τη θέση του επόμενου πρωθυπουργού του Ισραήλ δίνουν πλέον οι μεγαλύτερες διεθνείς αγορές προβλέψεων, την ώρα κατά την οποία οι τελευταίες δημοσκοπήσεις καταγράφουν αντίστοιχη μετατόπιση στο εσωτερικό της χώρας.

Μεγάλο μέρος της ενίσχυσης του Άιζενκοτ προέρχεται από την ανακατανομή ψήφων μέσα στην αντιπολίτευση

Το Polymarket είναι αμερικανική διαδικτυακή πλατφόρμα αγορών πρόβλεψης, η οποία ιδρύθηκε στη Νέα Υόρκη το 2020 από τον Σέιν Κόπλαν. Οι χρήστες αγοράζουν και πωλούν συμβόλαια πάνω στην έκβαση πραγματικών γεγονότων, από εκλογές και οικονομικές αποφάσεις μέχρι αθλητικές διοργανώσεις και γεωπολιτικές εξελίξεις. Η τιμή κάθε συμβολαίου μεταφράζεται σε εκτιμώμενη πιθανότητα: εάν, για παράδειγμα, διαπραγματεύεται στα 45 σεντ, η αγορά αποδίδει περίπου 45% πιθανότητα στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Δεν πρόκειται για δημοσκόπηση, αλλά για εκτίμηση ανθρώπων που τοποθετούν πραγματικά χρήματα. Στη συγκεκριμένη αγορά για τον επόμενο ισραηλινό πρωθυπουργό έχουν πραγματοποιηθεί συναλλαγές άνω των 27 εκατ. δολαρίων.

Παρόμοια εικόνα εμφανίζει η αμερικανική αγορά προβλέψεων Kalshi, όπου ο Άιζενκοτ προηγείται με 53%, έναντι 35% του Νετανιάχου και 11% του Μπένετ. Η σύγκλιση των δύο αγορών ενισχύει την εικόνα ότι ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού γενικού επιτελείου εξελίσσεται στον βασικό αντίπαλο του σημερινού πρωθυπουργού ενόψει των εκλογών της 27ης Οκτωβρίου.

Το αυξανόμενο διεθνές ενδιαφέρον αποτυπώθηκε και σε εκτενές προφίλ του Bloomberg, το οποίο παρουσίασε τον 66χρονο Άιζενκοτ ως συγκρατημένο, πραγματιστή και λιγότερο θεατρικό αντίπαλο, σε αντίθεση με τον μακροβιότερο στο αξίωμα πρωθυπουργό του Ισραήλ.

Ο Άιζενκοτ δεν είναι παραδοσιακός πολιτικός. Γιος πολυμελούς εργατικής οικογένειας μαροκινών Εβραίων, μεγάλωσε στο Εϊλάτ και πέρασε τέσσερις δεκαετίες στον στρατό, ανεβαίνοντας από απλός στρατιώτης της ταξιαρχίας Γκολάνι στην κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας.

Διετέλεσε αρχηγός του γενικού επιτελείου από το 2015 έως το 2019, μπήκε στην πολιτική το 2022 και συμμετείχε στο πολεμικό υπουργικό συμβούλιο μετά την 7η Οκτωβρίου. Αποχώρησε το 2024, κατηγορώντας τον Νετανιάχου ότι δεν διέθετε συνεκτική στρατηγική. Η προσωπική του ιστορία έχει ιδιαίτερο βάρος: ο 25χρονος γιος του, Γκαλ, και δύο ανιψιοί του σκοτώθηκαν στον πόλεμο στη Γάζα.

Αυτό ακριβώς το προφίλ εξηγεί μέρος της ανόδου του. Εμφανίζεται ως πατριώτης που έχει πληρώσει ο ίδιος βαρύ τίμημα, διαθέτει ισχυρά διαπιστευτήρια ασφαλείας και δεν προκαλεί την πόλωση που συνοδεύει τον Νετανιάχου. Οι επικριτές του, παρόλα αυτά, επισημαίνουν την περιορισμένη πολιτική και κυβερνητική εμπειρία του, την απουσία δοκιμασμένου κομματικού μηχανισμού και έναν άκαμπτο, ελάχιστα χαρισματικό δημόσιο λόγο.

Επιπλέον, μεγάλο μέρος της ενίσχυσής του προέρχεται μέχρι στιγμής από την ανακατανομή ψήφων μέσα στην αντιπολίτευση, κυρίως εις βάρος του Μπένετ, και όχι κατ’ ανάγκην από τη διεύρυνση ολόκληρου του αντικυβερνητικού μπλοκ.