Όλα τα βλέμματα της εε στο αμφίρροπο δημοψήφισμα της ισλανδίας
Ένα αμφίρροπο δημοψήφισμα είναι σε εξέλιξη στην Ισλανδία το Σάββατο με τους ψηφοφόρους να καλούνται να απαντήσουν θετικά ή αρνητικά στο ερώτημα εάν πρέπει να υπάρξει επανέναρξη στις διαπραγματεύσεις ένταξης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι διαπραγματεύσεις ένταξης της Ισλανδίας στην ΕΕ είχαν παγώσει από το 2013, αλλά επανήλθαν στην ημερήσια διάταξη με την αλλαγή κυβέρνησης στα τέλη του 2024.
Η κρίσιμη αυτή εκλογική αναμέτρηση με τη μορφή του δημοψηφίσματος θέτει υπό δοκιμασία τη γεωπολιτική ελκυστικότητα της Ένωσης.
Οι δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι το αποτέλεσμα θα είναι οριακό, με τους αντιπάλους να έχουν ένα μικρό προβάδισμα στην τελευταία έρευνα που διεξήγαγε η Gallup. Η ένταξη στην ΕΕ θα απαιτούσε ένα δεύτερο δημοψήφισμα μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, καθώς και την έγκριση από όλα τα υπάρχοντα κράτη μέλη.
Η προεκλογική εκστρατεία έχει επικεντρωθεί στη διατήρηση του ελέγχου της ατλαντικής αυτής χώρας επί των τεράστιων αλιευτικών πόρων της και της γεωργίας της, που αντέχει στις συνθήκες της Αρκτικής. Οι υποστηρικτές μιας ενδεχόμενης ένταξης υπογραμμίζουν τις προοπτικές χαμηλότερου πληθωρισμού και επιτοκίων, καθώς και τα πιθανά οφέλη σταθερότητας από μια ενδεχόμενη αντικατάσταση του νομίσματός της με το ευρώ.
Με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώκει την απόκτηση της γειτονικής Γροιλανδίας, που αποτελεί ημιαυτόνομο έδαφος του Βασιλείου της Δανίας, οι επιλογές της Ισλανδίας έχουν αποκτήσει πρόσθετη βαρύτητα λόγω της στρατηγικής θέσης του ηφαιστειακού νησιού και των παραδοσιακά ισχυρότερων πολιτισμικών δεσμών με τις ΗΠΑ σε σύγκριση με τις άλλες σκανδιναβικές χώρες. Ο αμερικανικός στρατός αποσύρθηκε από την αεροπορική βάση του Κεφλαβίκ το 2006, ενώ η Ισλανδία δεν διέθετε ποτέ δικό της στρατό.
Η συμμετοχή στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο παρέχει ήδη στην Ισλανδία πρόσβαση στην ενιαία αγορά της ΕΕ, με την Ένωση να απορροφά τα δύο τρίτα των εξαγωγών της, ενώ το μερίδιο των ΗΠΑ ανέρχεται στο 9%, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Η χώρα, με πληθυσμό λίγο κάτω από 400.000 κατοίκους, υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, μετά την κατάρρευση των μεγαλύτερων τραπεζών της, αναζητώντας ένα οικονομικό στήριγμα, καθώς η χρηματοπιστωτική κρίση την έριξε στη βαθύτερη ύφεση από την ανεξαρτησία της το 1944. Οι διαπραγματεύσεις είχαν παγώσει από το 2013, αλλά επανήλθαν στην ημερήσια διάταξη με την αλλαγή κυβέρνησης στα τέλη του 2024.
