«μετά το 2060 δεν θα έχει επιβιώσει τίποτα» - νομπελίστας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου
Η αναζήτηση μιας ενιαίας θεωρίας που θα εξηγεί όλες τις θεμελιώδεις δυνάμεις του σύμπαντος αποτελεί ίσως το απόλυτο, αιώνιο Ιερό Δισκοπότηρο της σύγχρονης θεωρητικής φυσικής.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον βραβευμένο με Νόμπελ φυσικό David Gross, το μεγαλύτερο εμπόδιο για την επίτευξη αυτού του τεράστιου επιστημονικού άλματος δεν είναι η εγγενής πολυπλοκότητα των μαθηματικών ή η έλλειψη τεχνολογίας, αλλά κάτι πολύ πιο ανατριχιαστικό: ο ίδιος ο χρόνος που απομένει στην ανθρωπότητα. Σε μια εξαιρετικά αποκαλυπτική συνέντευξη, ο Gross κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, εκτιμώντας με μαθηματική ψυχραιμία ότι οι πιθανότητες να καταφέρει το είδος μας να επιβιώσει αλώβητο για τα επόμενα 50 χρόνια είναι δραματικά, ίσως και μηδαμινά, μικρές.
Η έρευνά του έλυσε ένα μυστήριο που βασάνιζε τους επιστήμονες για χρόνια: απέδειξε ότι η δύναμη μεταξύ των κουάρκ (των θεμελιωδών συστατικών των πρωτονίων και των νετρονίων στον πυρήνα των ατόμων) συμπεριφέρεται εντελώς αντίστροφα από ό,τι περιμέναμε. Εξασθενεί όταν αυτά πλησιάζουν μεταξύ τους, επιτρέποντάς τους να κινούνται ελεύθερα, και ενισχύεται ραγδαία όταν απομακρύνονται, κάνοντας σχεδόν αδύνατο τον διαχωρισμό τους. Αυτή η ριζοσπαστική ανακάλυψη υπήρξε καθοριστική για τη θεμελίωση της κβαντικής χρωμοδυναμικής και την ολοκλήρωση του Καθιερωμένου Προτύπου (Standard Model), το οποίο ενοποίησε με επιτυχία την ισχυρή, την ασθενή και την ηλεκτρομαγνητική δύναμη.
Ωστόσο, το μεγάλο, άλυτο αίνιγμα παρέμενε η τέταρτη δύναμη: η βαρύτητα. Στην προσπάθειά του να γεφυρώσει αυτό το χάσμα, ο Gross άφησε πίσω του τον ατομικό πυρήνα και στράφηκε στη Θεωρία των Χορδών. Στόχος του είναι να κατανοήσει τη φύση του χωροχρόνου στις πιο ακραίες, αδιανόητα μικροσκοπικές κλίμακες του σύμπαντος —συγκεκριμένα στην κλίμακα Planck. Σε αυτό το επίπεδο, οι ίδιες οι παραδοσιακές έννοιες του χώρου και του χρόνου καταρρέουν και η βαρύτητα μετατρέπεται σε μια κυρίαρχη, απρόβλεπτη δύναμη.
Βασιζόμενος σε στατιστικούς υπολογισμούς, ο νομπελίστας εκτιμά αυστηρά ότι ο κίνδυνος ενός καταστροφικού πυρηνικού πολέμου ανέρχεται πλέον στο 2% κάθε χρόνο. Αν αυτό το ποσοστό ισχύει, το προσδόκιμο ζωής του ανθρώπινου πολιτισμού περιορίζεται ρεαλιστικά σε μόλις 35 χρόνια.
Ένα από τα πιο ανησυχητικά, ίσως και τρομακτικά, σημεία της προειδοποίησής του αφορά την άμεση εμπλοκή της Τεχνητής Νοημοσύνης στα στρατιωτικά συστήματα λήψης αποφάσεων. Ο Gross επισημαίνει με έμφαση ότι η ταχύτητα των σύγχρονων όπλων είναι τέτοια, που οι παγκόσμιες στρατιωτικές ηγεσίες θα μπουν αναπόφευκτα στον πειρασμό να παραδώσουν τον έλεγχο των πυρηνικών αποφάσεων αποκλειστικά σε αλγόριθμους.
Ο Gross πιστεύει ότι ίσως αυτή να είναι και η πιο πειστική εξήγηση για το περίφημο Παράδοξο του Φέρμι —γιατί δηλαδή, σε ένα αχανές σύμπαν, δεν έχουμε έρθει ποτέ σε επαφή με άλλους νοήμονες πολιτισμούς. Η απάντηση είναι σκοτεινή και απλή: οι προηγμένοι τεχνολογικά πολιτισμοί πιθανότατα αυτοκαταστρέφονται πριν προλάβουν να επικοινωνήσουν, μόλις φτάσουν στο επίπεδο της πυρηνικής ικανότητας και της αυτοματοποίησης.
Παρά το ζοφερό και ασφυκτικό τοπίο που σκιαγραφεί, ο επιστήμονας δεν παραδίδεται στην απόλυτη μοιρολατρία. Υπενθυμίζει πώς η επιστημονική κοινότητα κατάφερε στο παρελθόν, με επίμονο αγώνα, να πείσει τον κόσμο για τον πραγματικό, απτό κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής. Η απειλή των πυρηνικών όπλων είναι ένα απολύτως ανθρωπογενές πρόβλημα. Είναι εργαλεία που δημιουργήσαμε εμείς οι ίδιοι, και άρα είμαστε εμείς —θεωρητικά τουλάχιστον— αυτοί που έχουμε τη δύναμη να τα σταματήσουμε. Η λύση ξεκινά από την αποκατάσταση της διπλωματίας και τη δέσμευση σε νέες, αυστηρές συνθήκες αφοπλισμού.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν θα μπορέσουμε ποτέ, ως νοήμονα όντα, να κατανοήσουμε τα βαθύτερα μυστικά του χωροχρόνου. Το πραγματικό, υπαρξιακό ερώτημα είναι αν θα προλάβουμε να ξεπεράσουμε τα ίδια μας τα σκοτάδια και να επιβιώσουμε από τα ίδια μας τα δημιουργήματα, πριν το ρολόι της ιστορίας μηδενίσει οριστικά.
