Στο 94% η ακραία φτώχεια στην κούβα

Στο 94% η ακραία φτώχεια στην κούβα

Χρόνος ανάγνωσης: 4 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Μία από τις βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας της αντιμετωπίζει η Κούβα. Η ακραία φτώχεια φέρεται να έχει εξαπλωθεί στο 94% του πληθυσμού, ενώ οκτώ στους δέκα πολίτες δηλώνουν ότι αναγκάζονται να παραλείπουν τουλάχιστον ένα από τα τρία καθημερινά γεύματα, επειδή δεν διαθέτουν αρκετά χρήματα ή τρόφιμα.

Τα στοιχεία προέρχονται από την ένατη Έκθεση για την Κατάσταση των Κοινωνικών Δικαιωμάτων στην Κούβα, την οποία συνέταξε για το 2026 το Κουβανικό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων –μια οργάνωση που ασκεί κριτική στην κυβέρνηση της Αβάνας– βάσει 1.318 συνεντεύξεων σε όλες τις επαρχίες της χώρας, μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου.

Επειδή πρόκειται για μη κυβερνητική έρευνα και όχι για επίσημη κρατική απογραφή εισοδήματος, τα ευρήματά της χρειάζονται ανάγνωση με αυτή την επισήμανση. Αποτυπώνουν, ωστόσο, μια κατάσταση εκτεταμένης υλικής στέρησης, την οποία επιβεβαιώνουν η έλλειψη βασικών αγαθών, η υποτίμηση του πέσο, οι συχνές διακοπές ρεύματος και η διαρκής συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας.

Η οικονομική πραγματικότητα στην Κούβα σήμερα ξεπερνά τα όρια της κοινής λογικής, δημιουργώντας μια χαοτική απόσταση ανάμεσα στα επίσημα κρατικά δεδομένα και την καθημερινή επιβίωση των πολιτών. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του Κουβανικού Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (OCDH), το όριο της ακραίας φτώχειας για ένα τριμελές νοικοκυριό υπολογίζεται στα 87.210 κουβανικά πέσος (CUP) τον μήνα. Αν επιχειρήσει κανείς να μετατρέψει αυτό το ποσό με βάση την επίσημη κρατική ισοτιμία της χώρας (περίπου 27,7 πέσος ανά ευρώ), προκύπτει το εξωπραγματικό νούμερο των 3.144 ευρώ. Στα χαρτιά, δηλαδή, το όριο της φτώχειας στην Κούβα εμφανίζεται υψηλότερο από τον μέσο μισθό πολλών ευρωπαϊκών κρατών.

Η πραγματικότητα στους δρόμους της Αβάνας, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Το κουβανικό κράτος αδυνατεί να υποστηρίξει την επίσημη ισοτιμία και δεν διαθέτει ξένο συνάλλαγμα για να εξυπηρετήσει τους πολίτες. Ως αποτέλεσμα, η πραγματική οικονομία της χώρας κινείται αποκλειστικά με τους κανόνες της άτυπης (μαύρης) αγοράς, όπου η ισοτιμία έχει εκτοξευθεί στα 770 πέσος ανά ευρώ. Με βάση αυτή την πραγματική ισοτιμία, η αγοραστική δύναμη των 87.210 πέσος κατακρημνίζεται στα μόλις 113 ευρώ τον μήνα. Αυτό είναι το πραγματικό ποσό που χρειάζεται μια τριμελής οικογένεια για να καλύψει οριακά τις βασικές ανάγκες σίτισης και επιβίωσης.

Το 68% των νοικοκυριών δηλώνει μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο από 20.001 πέσος (λιγότερα από 26 ευρώ).Ένα επιπλέον 15% λαμβάνει μεταξύ 20.001 και 40.000 πέσος (δηλαδή 26 έως 52 ευρώ). Συνολικά, το 83% του πληθυσμού είναι αναγκασμένο να ζήσει με εισοδήματα που δεν αγγίζουν ούτε το μισό του ορίου της ακραίας φτώχειας. Αυτή η βιβλική υποτίμηση του τοπικού νομίσματος έχει μετατρέψει τους μισθούς σε απλά χαρτιά, καθιστώντας τη μαύρη αγορά και τα εμβάσματα από τους συγγενείς του εξωτερικού τις μοναδικές σανίδες σωτηρίας για τη συντριπτική πλειονότητα των Κουβανών.

Η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στα ονομαστικά εισοδήματα και στο πραγματικό κόστος διαβίωσης εξηγεί γιατί η φτώχεια δεν περιορίζεται στους ανέργους. Επηρεάζει εργαζομένους, συνταξιούχους και οικογένειες που διαθέτουν κάποια πηγή εισοδήματος, αλλά δεν μπορούν να ακολουθήσουν την άνοδο των τιμών.

Η υποτίμηση του κουβανικού νομίσματος έχει εξανεμίσει μεγάλο μέρος της αγοραστικής δύναμης των μισθών και των συντάξεων. Παράλληλα, οι ελλείψεις και η λειτουργία παράλληλων αγορών έχουν δημιουργήσει μια πολύ πιο σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα από εκείνη που περιγράφουν οι επίσημες τιμές.

Η Κούβα εμφανίζει συγκριτικά περιορισμένη εισοδηματική ανισότητα, αλλά αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα θετικό δείκτη. Όταν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού βρίσκεται κοντά στο κατώφλι της φτώχειας, η χαμηλή ανισότητα μπορεί να εκφράζει μια γενικευμένη εξίσωση προς τα κάτω και όχι μια ευημερία που κατανέμεται δικαιότερα.

Η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει έντονη αντίθεση με την ιστορική θέση της χώρας. Κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, η Κούβα συγκαταλεγόταν στις σχετικά εύπορες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής, παρότι η ευημερία συνυπήρχε με βαθιές κοινωνικές ανισότητες, εκτεταμένη αγροτική φτώχεια και πολιτική αστάθεια.