Ευρωπαϊκή ένωση: όταν η οικολογική μετάβαση χτίζεται πάνω στη φθηνή και επικίνδυνη εργασία
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε ένα κομβικό σημείο όσον αφορά την περιβαλλοντική και βιομηχανική της πολιτική. Η ανάγκη για μια πιο κυκλική οικονομία, η οποία θα μειώσει την κατανάλωση φυσικών πόρων, θα περιορίσει τα απορρίμματα και θα ενισχύσει την ικανότητα επαναχρησιμοποίησης, επισκευής και ανακύκλωσης, είναι πλέον αδιαμφισβήτητη.
Μια τέτοια στρατηγική μπορεί να διασφαλίσει την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, να περιορίσει τις στρατηγικές εξαρτήσεις της Ευρώπης και να θωρακίσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, συμβάλλοντας παράλληλα στους περιβαλλοντικούς της στόχους.
Ωστόσο, στην τρέχουσα συζήτηση για τη σχεδιαζόμενη Πράξη για την Κυκλική Οικονομία (Circular Economy Act), παρατηρείται μια επικίνδυνη παράλειψη: ο κεντρικός ρόλος των ίδιων των εργαζομένων.
Δύο ηγετικά στελέχη του ευρωπαϊκού συνδικαλιστικού κινήματος, η Judith Kirton-Darling και ο Jan Willem Goudriaan, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στο Social Europe, επισημαίνοντας ότι η κυκλική οικονομία δεν δημιουργείται αυτόματα.
Αν η ευρωπαϊκή πολιτική επικεντρωθεί αποκλειστικά στις αγορές δευτερογενών υλών και στους δείκτες ανταγωνιστικότητας, διατρέχει τον άμεσο κίνδυνο να μετατρέψει τους τομείς της ανακύκλωσης και της επισκευής στη νέα αγορά χαμηλών αμοιβών, επισφάλειας και υψηλού επαγγελματικού κινδύνου της Ευρώπης.
Η μετάβαση σε ένα κυκλικό μοντέλο παραγωγής οφείλει να συνοδεύεται από τη δημιουργία ποιοτικών και ασφαλών θέσεων εργασίας σε όλο το μήκος της αλυσίδας αξίας. Η εμπειρία και η γνώση των εργαζομένων είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη διαδικασιών που είναι αποτελεσματικές και ταυτόχρονα ασφαλείς.
Η επιτυχία της Πράξης για την Κυκλική Οικονομία δεν πρέπει να μετριέται μόνο με τους τόνους των υλικών που ανακυκλώνονται, αλλά και με δείκτες που αφορούν τους μισθούς, τις συνθήκες εργασίας, τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και την ισότητα.
Η εξάπλωση νέων τεχνολογιών, όπως οι μπαταρίες και τα ηλεκτρονικά απόβλητα, δημιουργεί πρόσθετες απειλές για τις οποίες απαιτείται πλήρης ενημέρωση και προστασία. Η απλοποίηση των διαδικασιών δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να λειτουργήσει ως πρόσχημα για απορρύθμιση των προτύπων προστασίας των εργαζομένων, του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας.
Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της παρέμβασης αφορά τη διοχέτευση των δημόσιων πόρων. Κάθε μορφή δημόσιας χρηματοδότησης, κρατικής ενίσχυσης, φορολογικού κινήτρου ή δημόσιας σύμβασης για κυκλικές δραστηριότητες πρέπει να συνοδεύεται από δεσμευτικές περιβαλλοντικές, κοινωνικές και φορολογικές ρήτρες. Οι επιχειρήσεις που λαμβάνουν δημόσια στήριξη οφείλουν να σέβονται τα εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα, να εφαρμόζουν τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, να τηρούν τις φορολογικές τους υποχρεώσεις και να επενδύουν στην ανάπτυξη του προσωπικού τους. Σε περίπτωση παραβίασης αυτών των όρων, η χρηματοδότηση θα πρέπει να αναστέλλεται ή να ανακτάται.
Ταυτόχρονα, οι δημόσιες αρχές σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο χρειάζονται επαρκείς πόρους για να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τη νομοθεσία. Η στελέχωση των ελεγκτικών μηχανισμών, η ανάπτυξη δημόσιων υποδομών συλλογής, επισκευής και ανακύκλωσης και η παροχή ποιοτικών δημόσιων υπηρεσιών απαιτούν χρηματοδότηση. Πολιτικές λιτότητας, υποστελέχωση και περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες θα υπονομεύσουν στην πράξη οποιοδήποτε φιλόδοξο νομοθετικό πλαίσιο. Παράλληλα, η νομοθεσία πρέπει να αντιμετωπίσει τις υπερβολικές αλυσίδες υπεργολαβίας, την αδήλωτη εργασία και την ψευδή αυτοαπασχόληση. Οι κύριες αναθέτουσες εταιρείες πρέπει να διατηρούν την ευθύνη για τους μισθούς, τις ασφαλιστικές εισφορές και την ασφάλεια σε όλα τα επίπεδα υπεργολαβίας, διασφαλίζοντας ίση μεταχείριση για όλους τους εργαζόμενους.
