Πλαστογραφίες έργων τέχνης: Τσαρούχης, Μόραλης και Βασιλείου απέναντι στους πλαστογράφους

Πλαστογραφίες έργων τέχνης: Τσαρούχης, Μόραλης και Βασιλείου απέναντι στους πλαστογράφους

Η υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν εκατοντάδες πλαστά έργα τέχνης, αποκάλυψε μια ολόκληρη βιομηχανία πώλησης φθηνών απομιμήσεων. Εκατοντάδες ψεύτικα έργα έχουν κατασχεθεί τα τελευταία χρόνια, ενώ οι πλαστογράφοι δρούσαν ανενόχλητοι επί δεκαετίες.

Κατασχέσεις

Τον Νοέμβριο του 2025, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 480 πλαστά έργα τέχνης μετά από έφοδο της ΕΛ.ΑΣ. σε σπίτια και καβάτζες στο Παγκράτι, στην Παιανία και σε καταυλισμό στο Μενίδι. Τον Δεκέμβριο του 2024, κατασχέθηκαν 930 καταφανώς πλαστοί πίνακες σε «γκαλερί» επί της οδού Αλεξάνδρου Σβώλου, καθώς και σε κοντινούς αποθηκευτικούς χώρους στη Θεσσαλονίκη. Το κύκλωμα που τους διακινούσε ετοιμαζόταν την επόμενη μέρα να τους δημοπρατήσει διαδικτυακά υπό τον τίτλο «39η Ελλήνων Τέχνη». Ο κατάλογος περιείχε απομιμήσεις έργων των Ακριθάκη, Μπουζιάνη, Θεόφιλου, Γαΐτη, Εγγονόπουλου, Μυταρά, Φασιανού, Τσαρούχη κ.λπ. Ολα μούφα και όλα κοψοχρονιά: πάνω-κάτω, χιλιάρικο το κομμάτι.

Ενα χρόνο πριν, τον Νοέμβριο του 2023, συνελήφθησαν πέντε άτομα για κατάρτιση, διακίνηση και πώληση 10 πλαστών έργων υψηλής ζωγραφικής τέχνης. Οι αθεόφοβοι αετονύχηδες δράστες είχαν πλαστογραφήσει, μεταξύ άλλων, μέχρι και έργο του Αμερικανού ζωγράφου Τζάκσον Πόλοκ, τον οποίο αποπειράθηκαν να πουλήσουν στη Σόφια της Βουλγαρίας. Χώρια οι τέσσερις κακοποιημένοι αισθητικά πίνακες, δήθεν φιλοτεχνημένοι από τον Πικάσο, καθώς και οι άθλιες απομιμήσεις πρωτότυπων έργων του Μαγκρίτ και του Ματίς. Η σπείρα ήταν εφοδιασμένη με πλαστά πιστοποιητικά γνησιότητας και έγγραφα προέλευσης, εκμεταλλευόμενη τις ευκολίες που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία.

«Σιωπή»

Συνέχιζαν με τα «μαϊμού» αποκτήματα να κάνουν το κομμάτι τους εκθέτοντάς τα περήφανοι στην κοινωνική ομήγυρή τους. Υπό τον φόβο μη τυχόν και αποκαλυφθεί ότι πιάστηκαν κορόιδα, δεν κοινοποιούσαν την απατεωνιά, ούτε ζητούσαν πίσω τα χρήματά τους. Την ώρα που διεθνώς διακεκριμένοι συλλέκτες και διάσημα παγκοσμίως μουσεία έχουν πέσει θύματα ακριβοπληρωμένων επιτήδειων.

Δελεαστικό παραμύθι

Αρκούσε το δελεαστικό παραμύθι για την πειθώ των επίδοξων αγοραστών. Τη μία ήταν μια άκληρη γιαγιά που πριν αποδημήσει εις Κύριον δεν ήξερε τι πολύτιμο και σπάνιο «διαμάντι» κοσμούσε τον τοίχο της. Την άλλη ήταν ένας άγνωστος ανεκτίμητος θησαυρός που προερχόταν από την «πτώχευση» παλιού αρχοντικού. Την τρίτη, το έργο το διέθετε κάποιος επώνυμος συλλέκτης που αντιμετώπιζε οικονομική στενότητα. Τα χαρτιά γνησιότητας αποτελούσαν εκείνα τα χλωμά φεγγάρια περιττό πλεονασμό. Κυρίως αζήτητο.

Δυσδιάκριτα όρια

Από το εργαστήρι του στο δώμα μιας πολυκατοικίας του '50 στην Πλατεία Βάθη, ένας συντηρητής εικόνων αλλά ταλαντούχος στην αντιγραφή παλαιών πινάκων ζωγραφικής έφτιαχνε για βιοπορισμό μέχρι και 5-6 απομιμήσεις τους τον μήνα. Χρησιμοποιούσε παλιούς μουσαμάδες ή χαρτόνια και ειδικούς φούρνους για τη «γήρανση» των χρωμάτων ώστε να αποδώσει αίσθηση παλαιότητας στο πλαστό έργο.

Πρόσθετε σκόνη χρόνου, λίγο καπνό, ίσως και μια σταγόνα ιδρώτα. Διατεινόταν πως αν ο καμβάς που ζωγράφιζε ταχυδακτυλουργικά είχε ολοκληρωμένος τη δική του υπογραφή θα ήταν για πέταμα. Αλλά αν έφερε την υπογραφή ενός Ροΐλου ή ενός Πιζάνη, θα άξιζε μια περιουσία.

Συνηγορούσε υπέρ των δυσδιάκριτων ορίων αληθινού και ψεύτικου και ένας συνάδελφός του πλαστογράφος που είχε στήσει το ατελιέ του σε ένα διαμέρισμα στον ακάλυπτο μιας πολυκατοικίας στον Αγιο Αρτέμιο στο Παγκράτι. Πανηγύριζε όταν εντοπίστηκε μέσα στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης ένα πλαστό έργο, το γνωστό με τον τίτλο «Καλαφάτισμα», του Κωνσταντίνου Βολανάκη.

Διεθνείς πλαστογράφοι

Σαν εκείνα των «μετρ» του είδους όπως ο Βόλφγκανγκ Μπελτράκι και ο Ελμίρ ντε Χόρι που παρουσίασαν ως «χαμένα» αριστοτεχνήματα κορυφαίων ζωγράφων τα δικά τους έργα και τα κυκλώματα που τα διακινούσαν έβγαζαν εκατομμύρια από τις πωλήσεις τους. Πόσο μάλλον τους συνάρπαζε ο Πέι-Σεν Κιαν, ένας αυτοδίδακτος Κινέζος ζωγράφος εγκατεστημένος στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, που αντέγραφε μοναδικά τα έργα των Μαρκ Ρόθκο, Βίλεμ ντε Κούνινγκ και Τζάκσον Πόλοκ. Ξεγέλασε τους ειδικούς πραγματογνώμονες και πλημμύρισε την αγορά με έργα αξίας άνω των 100 εκατ. δολαρίων.

Η αντίδραση των Ελλήνων ζωγράφων

Στην Ελλάδα της δεκαετίας του '90, σε αξιοπρεπή σπίτια μεγαλόσχημων παραγόντων του λεγόμενου «δημόσιου βίου» κρέμονταν στους τοίχους πίνακες επώνυμων Ελλήνων ζωγράφων που λίγο ξεχώριζαν από ερασιτεχνικές μουτζούρες.

Οταν ένας σοβαρός εξειδικευμένος στη ζωγραφική επισκέπτης τόλμησε να επισημάνει σε έναν γνωστό επιχειρηματία ότι ο αναρτημένος πίνακάς του ήταν πλαστογραφημένος, εκείνος ομολόγησε: «Το ξέρω, ντρέπομαι, αλλά πήρα το ρίσκο επειδή τον αγόρασα σχεδόν τζάμπα, ενώ ο αυθεντικός κοστίζει εκατομμύρια». Οταν κάποτε σε ένα κοσμικό κάλεσμα τον αντίκρισε ο ίδιος ο Γιάννης Τσαρούχης, με το ψύχραιμο αλλά δηκτικό χιούμορ του τού είπε: «Τον έχει ζωγραφίσει καλύτερα από μένα, αλλά δεν είναι δικός μου». Πράγματι, η πινελιά δεν πλαστογραφείται εύκολα.

Ο Σπύρος Βασιλείου, ένας από τους πλέον συστηματικά πλαστογραφημένους Ελληνες ζωγράφους, μετά τον θάνατό του το 1985 κυκλοφορούσαν μαζικά στην πιάτσα κακέκτυπες αντιγραφές των έργων του. Οι πλαστογράφοι επινοούσαν ακόμη συνθέσεις από δημοφιλή έργα του με τις «Αθήνες», τα «καραβάκια» και άλλα θέματα. Αυτά τα αδέξια και παραμορφωμένα συνονθυλεύματα μοσχοπουλιόνταν μπιρ παρά στους αδαείς.

Από τη μεριά του, ο Γιάννης Μόραλης όταν αντίκριζε πλαστά έργα του φούντωνε μέχρι σημείου εγκεφαλικού επεισοδίου. Οι ξεδιάντροποι πλαστογράφοι είχαν αντιγράψει μέχρι και τον γραφικό του χαρακτήρα. Σημείωναν πάνω στα πλαστά έργα τους τη φράση: «είναι γνήσιο, έργο δικό μου». Είχαν εκδώσει και ψεύτικη σφραγίδα του καλλιτέχνη, ενώ ήταν πασίγνωστο ότι ο ίδιος δεν είχε ποτέ σφραγίδα.

Κάρβουνα αντί για διαμάντια

Κάποιοι δολίως εξαπατημένοι ανακάλυψαν οδυνηρά ότι κατείχαν κάρβουνα αντί για διαμάντια, όταν αποπειράθηκαν να εκποιήσουν πίνακες στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και της χρεοκοπίας της χώρας. Οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν με εκκωφαντικό κρότο. Τα ψηφιακά μικροσκόπια και οι ακτινογραφίες της μοντέρνας εργαστηριακής έρευνας αποκάλυψαν εκτεταμένα ευρήματα πλαστότητας.

Τη φούσκα της άτυπα συνομολογημένης σιωπής την έσπασε ο εφοπλιστής Διαμαντής Διαμαντίδης. Προσέφυγε στη Δικαιοσύνη για πρώτη φορά το 2008, καταθέτοντας αγωγή εναντίον του Οίκου Sotheby's. Ισχυρίστηκε ότι του εκποίησαν δύο πλαστά έργα του Κωνσταντίνου Παρθένη: την «Παναγία με το Βρέφος», που πουλήθηκε αντί 950.000 ευρώ τον Νοέμβριο του 2007, και τη «Νεκρή Φύση με την Ακρόπολη στο βάθος», που απέκτησε τον Νοέμβριο του 2006 αντί 674.500 ευρώ. Οι δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών δικαίωσαν τον εφοπλιστή.

Η παράνομη «μαστοριά» συνεχίζεται

Ηταν 2012 όταν έσκασε το σκάνδαλο των πλαστών πινάκων που φέρονταν ως ιδιοκτήτες τους να διακινούν ο γκαλερίστας Ευστράτιος Φωτόπουλος και ο ιστορικός τέχνης Δημήτρης Παλαιοκρασσάς. Απλώς η πρόσφατη υπόθεση του 60χρονου γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη υπενθυμίζει ότι η προστασία της αυθεντικότητας της τέχνης απαιτεί συλλογική προσπάθεια και διαφάνεια.

Αλλά η παράνομη μπίζνα δεν φαίνεται να τελειώνει. Γιατί, τελικά, αυτό που αγοράζεται δεν είναι ο πλαστός πίνακας. Είναι η αμφιβολία που γίνεται ανεκτή, το κορνιζαρισμένο ψέμα που δεν φαντάζει διακοσμητικά ανυπόφορο. Αποτελεί μια καλλωπιστική σύμβαση που θεωρείται επιτρεπτή σε έναν κόσμο γεμάτο fake news.