Τα δάνεια που απειλεί η νέα αύξηση των επιτοκίων
Το επόμενο κύμα κόκκινων δανείων, εάν τελικά εκδηλωθεί, δεν θα ξεκινήσει από τους γνωστούς στρατηγικούς κακοπληρωτές ούτε από τις παλιές οφειλές που έχουν μεταφερθεί στους servicers. Τα στοιχεία δείχνουν ότι θα προέλθει από δανειολήπτες που μέχρι σήμερα πληρώνουν κανονικά, αλλά βλέπουν τη δόση, το ενεργειακό κόστος και τις καθημερινές δαπάνες να αυξάνονται ταυτόχρονα.
Αυτό είναι το νέο μέτωπο που ανοίγει για τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης και οικονομικό επιτελείο μετά τη δεύτερη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ μέσα στο 2026. Η απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου ανεβάζει το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,50%, προσθέτοντας άλλες 25 μονάδες βάσης στην αύξηση του Ιουνίου. Μέσα σε τρεις μήνες, το κόστος του χρήματος έχει αυξηθεί κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, ενώ στην αγορά παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο μίας ακόμη κίνησης έως το τέλος του έτους.
Οι ελληνικές τράπεζες μπαίνουν στη νέα περίοδο από πολύ ισχυρότερη θέση σε σχέση με το παρελθόν. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τεσσάρων συστημικών ομίλων βρίσκεται κάτω από το 4%, κοντά πλέον στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι ισολογισμοί έχουν καθαρίσει, οι προβλέψεις είναι ενισχυμένες και η κερδοφορία παραμένει υψηλή.
Η εικόνα αυτή, όμως, αποτυπώνει κυρίως όσα έχουν ήδη συμβεί. Το ερώτημα για το επόμενο διάστημα είναι όμως πόσα από τα ενήμερα δάνεια αρχίζουν να εμφανίζουν ενδείξεις αδυναμίας εξυπηρέτησης.
Το πρώτο σημείο στο οποίο στρέφεται η προσοχή είναι τα δάνεια που δεν έχουν ακόμη χαρακτηριστεί κόκκινα, αλλά η τράπεζα θεωρεί ότι ο πιστωτικός τους κίνδυνος έχει αυξηθεί σημαντικά. Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να βρεθεί ένας δανειολήπτης επειδή εμφάνισε τις πρώτες καθυστερήσεις, χρειάστηκε ρύθμιση ή παρουσίασε επιδείνωση στο εισόδημα και στις οικονομικές του προοπτικές. Μπορεί, δηλαδή, να συνεχίζει να πληρώνει τη δόση του και παρ’ όλα αυτά το δάνειό του να έχει ήδη περάσει στη ζώνη αυξημένης επιτήρησης.
Στο τέλος του 2025, βάσει την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δάνεια σε αυτή την κατηγορία είναι περίπου 12,57 δισ. ευρώ και αντιστοιχούσαν στο 6,6% των συνολικών δανειακών ανοιγμάτων.
Το ποσοστό είχε μειωθεί από 7,4% έναν χρόνο νωρίτερα και παρέμενε χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Δεν υπάρχει, επομένως, καταγεγραμμένη έκρηξη νέων επισφαλειών. Υπάρχει όμως μια σημαντική δεξαμενή δανείων που μπορεί να αντιδράσει πολύ γρηγορότερα εάν η αύξηση των επιτοκίων συνδυαστεί με παρατεταμένη ενεργειακή ακρίβεια και απώλεια διαθέσιμου εισοδήματος.
Το πρώτο καμπανάκι δεν θα είναι απαραίτητα μια θεαματική αύξηση των κόκκινων δανείων, αλλά η μετακίνηση περισσότερων ενήμερων συμβάσεων στην πρώτη ζώνη κινδύνου και η εμφάνιση καθυστερήσεων λίγων ημερών ή ενός μήνα.
Τα στεγαστικά με κυμαινόμενο επιτόκιο βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, με τις αυξήσεις της ΕΚΤ να περνούν μέσω του Euribor και των υπόλοιπων επιτοκίων αναφοράς στις δόσεις, με διαφορετική ταχύτητα ανάλογα με τους όρους και την ημερομηνία αναπροσαρμογής κάθε σύμβασης.
