Τα κομμάτια της «πίτας» του ταμείου ανάκαμψης και το ελληνικό «μαχαίρι» που θέλει… ακόνισμα
Μέχρι τον ερχόμενο Σεπτέμβριο έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση προκειμένου να ολοκληρώσει τους στόχους σε σχέση με το Ταμείο Ανάκαμψης με τα μέχρι τώρα μηνύματα να μην είναι ενθαρρυντικά καθώς η χώρα μας βρίσκεται στην 7η θέση από το τέλος αναφορικά με το ποσοστό των κονδυλίων που έχουν φτάσει στην αγορά.
Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη προθεσμία έως τον Σεπτέμβριο για την εκπλήρωση των στόχων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς η χώρα υστερεί σημαντικά στην πραγματική απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων
Τα στοιχεία δείχνουν πως συνολικά έως και το 2025 έχει διανεμηθεί σε τελικούς αποδέκτες το 48,8% των κονδυλίων στην Ελλάδα, έναντι του 62,8% κατά μέσο ανά την ΕΕ.
Το πρόγραμμα διαρθρώνεται γύρω από συγκεκριμένους άξονες που αντανακλούν τις προτεραιότητες της ΕΕ, αλλά και τις εγχώριες ανάγκες:
Με τον κίνδυνο να χαθούν κονδύλια η ελληνική κυβέρνηση καλείται να πατήσει γκάζι στα τελευταία μέτρα της κούρσας διεκδικώντας στο τέλος της διαδρομής ένα πακέτο αξίας περίπου 36 δισ. ευρώ (18 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 18 δισ. ευρώ σε δάνεια). Από το ποσό αυτό το ήμισυ των χρημάτων είναι επιδοτήσεις και τα υπόλοιπα δάνεια.
Τα νεότερα στοιχεία από την εκταμίευση και απορρόφηση των κονδυλίων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) δημοσίευσε η Eurostat. Η Ελλάδα εμφανίζεται να κινείται κοντά στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τις εκταμιεύσεις πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά αισθητά χαμηλότερα στην πραγματική αξιοποίηση των κονδυλίων.
Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, για την περίοδο 2020-2025, η χώρα μας είχε λάβει το 66,1% των συνολικών πόρων που της αναλογούν μέσω του RRF, ποσοστό οριακά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ που διαμορφώθηκε στο 66%. Ωστόσο, η χρήση των κονδυλίων έφτασε μόλις στο 48,8%, σημαντικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 63,4%.
Αναλύοντας τα δεδομένα, η Ελλάδα καταφέρνει να εξασφαλίσει ικανοποιητική ροή ευρωπαϊκών κεφαλαίων, όμως η μετατροπή των χρηματοδοτήσεων σε ώριμα έργα και πραγματικές δαπάνες καθυστερεί σε σύγκριση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Τα κράτη-μέλη της ΕΕ (και η Ελλάδα) θα πρέπει να καταθέσουν τα αιτήματά τους για τα αδιάθετα ποσά έως τον Σεπτέμβριο, ενώ οι εκταμιεύσεις θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως το τέλος του έτους.
Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι οι διαδικασίες παρακολούθησης των έργων δεν εξασφαλίζουν έγκαιρο εντοπισμό των καθυστερήσεων στην υλοποίηση τους, ενώ ταυτόχρονα λείπουν κρίσιμα εργαλεία, καθυστερούν οι ενημερώσεις για την πορεία των έργων, ενώ οι εσωτερικοί έλεγχοι είναι σχεδόν ανύπαρκτοι.
