Τα μέτωπα της ryanair από την ελλάδα μέχρι τη γερμανία
Η αντιπαράθεση της Ryanair με κυβερνήσεις, αεροδρόμια και ρυθμιστικές αρχές εξελίσσεται σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της ευρωπαϊκής αεροπορικής αγοράς μετά την πανδημία.
Φέτος ήταν μια ιδιαίτερα έντονη χρονιά σε αυτό το μέτωπο, καθώς η Ryanair προσέφυγε διαδοχικά κατά της Fraport Greece για τα τέλη του Αεροδρομίου Μακεδονία, του αεροδρομίου της Ρόδου, ενώ δεν παρέλειψε να κινηθεί αντίστοιχα και κατά του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών(ΔΑΑ), αμφισβητώντας τόσο τις αυξήσεις χρεώσεων όσο και τη συνολική φιλοσοφία τιμολόγησης των ελληνικών αεροδρομίων.
Στην περίπτωση του αεροδρομίου της Θεσσαλονίκης, η Fraport ανακοίνωσε αύξηση του τέλους επιβατών από 15,50 ευρώ σε 15,70 ευρώ ανά αναχωρούντα επιβάτη από την 1η Απριλίου 2026. Η Ryanair αντέδρασε υποστηρίζοντας ότι η αύξηση δεν αιτιολογείται επαρκώς, δεν συνδέεται με πραγματικό λειτουργικό κόστος και ότι δεν υπάρχει επαρκής διαφάνεια στη μεθοδολογία υπολογισμού των τελών. Παράλληλα, επέμεινε ότι μετά τη μείωση του ΤΕΑΑ οι συνολικές χρεώσεις θα έπρεπε να έχουν μειωθεί και όχι να αυξηθούν.
Η Fraport απάντησε ότι η σύμβαση παραχώρησης της επιτρέπει να καθορίζει τη δομή των τελών, αρκεί τα συνολικά έσοδα ανά αναχωρούντα επιβάτη να μην υπερβαίνουν το ανώτατο ρυθμιζόμενο όριο που εγκρίνει η ΑΠΑ. Για τη Θεσσαλονίκη, το ανώτατο όριο είχε καθοριστεί στα 21,40 ευρώ ανά επιβάτη, ενώ σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η εταιρεία, το συνολικό λειτουργικό και επενδυτικό κόστος του αεροδρομίου έφτανε τα 23,31 ευρώ ανά επιβάτη, με τα προβλεπόμενα έσοδα να διαμορφώνονται στα 21,69 ευρώ.
Με άλλα λόγια, η Fraport υποστήριξε ότι ακόμη και μετά την αύξηση, τα τέλη παρέμεναν χαμηλότερα από το συνολικό λειτουργικό και επενδυτικό κόστος του αεροδρομίου. Η ΑΠΑ τελικά απέρριψε την προσφυγή της Ryanair, ξεκαθαρίζοντας ότι το ΤΕΑΑ είναι κρατικός φόρος, δεν αποτελεί μέρος των εμπορικών αερολιμενικών τελών και, συνεπώς, η μείωσή του δεν συνεπάγεται αυτόματα μείωση των χρεώσεων των παραχωρησιούχων. Ανάλογη ήταν και η προσφυγή για το αεροδρόμιο της Ρόδου.
Η Fraport αύξησε το τέλος επιβατών από 15,50 ευρώ σε 15,95 ευρώ ανά αναχωρούντα επιβάτη για την περίοδο 2026–2027, διατηρώντας αμετάβλητα τα υπόλοιπα τέλη, όπως εκείνα της προσγείωσης και της στάθμευσης.
Η Ryanair χρησιμοποίησε και πάλι τα ίδια σχεδόν επιχειρήματα και ανάλογη ηταν η απάντηση της ΑΠΑ. Να σημειωθεί ακόμη ότι στην περίπτωση της Ρόδου η Fraport παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το συνολικό κόστος λειτουργίας του αεροδρομίου Ρόδου ανέρχεται σε 27,08 ευρώ ανά επιβάτη, ενώ τα προβλεπόμενα έσοδα από τέλη διαμορφώνονται περίπου στα 21,9 ευρώ.
Με άλλα λόγια, η εταιρεία υποστήριξε ότι ακόμη και μετά τις αυξήσεις, τα τέλη παραμένουν χαμηλότερα από το συνολικό κόστος λειτουργίας, επενδύσεων και χρηματοδότησης του αεροδρομίου. Η Ryanair προσέφυγε και κατά της απόφασης του ΔΑΑ για τα τέλη του 2026, με τον αερολιμένα να καταθέτει αναλυτικό υπόμνημα υπεράσπισης της πολιτικής χρεώσεών του.
Το βασικό αντεπιχείρημα των αεροδρομίων είναι επίσης απλό: οι μειώσεις φόρων μεταφέρονται πράγματι στον επιβάτη; Στην πράξη, τα αεροπορικά εισιτήρια τιμολογούνται δυναμικά, με βάση τη ζήτηση, τη διαθεσιμότητα θέσεων, την εποχικότητα και τον ανταγωνισμό, και όχι αποκλειστικά με βάση το λειτουργικό κόστος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι όταν ένα κράτος μειώνει έναν φόρο ή ένα τέλος, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η τελική τιμή του εισιτηρίου θα μειωθεί αντίστοιχα.
Η ίδια στρατηγική επαναλαμβάνεται από τη Ryanair σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στη Γερμανία, η Ryanair ανακοίνωσε το κλείσιμο της βάσης επτά αεροσκαφών στο Berlin Brandenburg Airport από τον Οκτώβριο του 2026, καταγγέλλοντας νέα αύξηση 10% στα τέλη, πάνω σε ήδη αυξημένες χρεώσεις κατά 50% από το 2019.
