Τα τέσσερα μέτωπα κινδύνου για τις ελληνικές τράπεζες που βλέπει η moody’s
Διαχειρίσιμους θεωρεί η Moody’s τους αναδυόμενους κινδύνους για τις ελληνικές τράπεζες που αξιολογεί, εκτιμώντας ότι, στην παρούσα φάση, δεν μεταβάλλουν την εικόνα της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης, η ισχυρή κερδοφορία, η επαρκής κεφαλαιακή επάρκεια και η άνετη ρευστότητα προσφέρουν στις τράπεζες σημαντικά περιθώρια απορρόφησης πιθανών ζημιών. Ωστόσο, μια απότομη αύξηση των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως εάν συνδυαστεί με ένα εξωτερικό σοκ, θα μπορούσε να δοκιμάσει τις αντοχές τους.
Η ανάλυση της Moody’s έρχεται με αφορμή την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στις 22 Οκτωβρίου και καταγράφει τέσσερις βασικές εστίες κινδύνου: την αναζωπύρωση των εισροών μη εξυπηρετούμενων δανείων, την υψηλή συμμετοχή των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων στα βασικά εποπτικά κεφάλαια, την εντεινόμενη πολυπλοκότητα των κυβερνοεπιθέσεων και την αυξημένη αβεβαιότητα στο μακροοικονομικό περιβάλλον.
Η Moody’s αξιολογεί έξι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 93% του εγχώριου τραπεζικού συστήματος. Τις Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank, CrediaBank και Optima Bank.
Η εικόνα των βασικών μεγεθών παραμένει υποστηρικτική. Το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι ελληνικές τράπεζες εμφάνισαν απόδοση ενεργητικού 1,3% και απόδοση ιδίων κεφαλαίων 12,1%. Παράλληλα, ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 37,8%, αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 54,6%, γεγονός που αποτυπώνει την ισχυρή λειτουργική αποδοτικότητα του κλάδου.
Σε επίπεδο κεφαλαιακής επάρκειας, ο δείκτης κοινών μετοχικών κεφαλαίων κατηγορίας 1 (CET1) διαμορφώθηκε περίπου στο 14,8% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 16% για τις τράπεζες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM).
Την ίδια στιγμή, η ποιότητα του ενεργητικού παρέμεινε σε ικανοποιητικά επίπεδα, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων να διαμορφώνεται στο 3,4% τον Ιούνιο του 2026. Η ρευστότητα εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα ισχυρά σημεία του κλάδου, καθώς ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις ανήλθε στο 63,5%, περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον αντίστοιχο μέσο όρο των τραπεζών που εποπτεύονται από τον SSM.
Η πρώτη εστία προβληματισμού αφορά την αναστροφή της τάσης στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, δάνεια ύψους περίπου 1,7 δισ. ευρώ που εξυπηρετούνταν κανονικά μεταφέρθηκαν στην κατηγορία των μη εξυπηρετούμενων, ενώ μόλις 388 εκατ. ευρώ από τα ήδη ταξινομημένα ως μη εξυπηρετούμενα δάνεια επέστρεψαν σε καθεστώς κανονικής εξυπηρέτησης.
Ως αποτέλεσμα, το συνολικό απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε κατά 9,3% στη διάρκεια του εξαμήνου, κυρίως λόγω των νέων εισροών. Παρά την εξέλιξη αυτή, ο δείκτης NPL παρέμεινε σχεδόν σταθερός στο 3,4%, έναντι 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.
Οι πιέσεις στην ποιότητα του ενεργητικού εντοπίζονται κυρίως στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων στις δύο κατηγορίες διαμορφώθηκαν σε 11,2% και 4,6%, αντίστοιχα, όταν στις μεγάλες επιχειρήσεις περιορίστηκαν μόλις στο 0,9%.
Η Moody’s επισημαίνει επίσης ότι, μετά τις δύο αυξήσεις επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκε κατά 84 μονάδες βάσης, στο 4,5% στα τέλη Αυγούστου 2026. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επιβαρύνει τους πιο ευάλωτους δανειολήπτες, έπειτα από μια περίοδο ισχυρής πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις.
