Ταμείο καινοτομίας: τα καινούρια φάρμακα δεν είναι αυτομάτως και καινοτόμα
Στο ξεκαθάρισμα των πραγματικών αναγκών των ασθενών, αλλά και στην ιεράρχηση των αναγκών αυτών στρέφεται η Κυβέρνηση με τις πρόσφατες αλλαγές στη φαρμακευτική νομοθεσία, στο πλαίσιο των πιέσεων που ασκούνται από τις αυξανόμενες ανάγκες των ασθενών και οι οποίες πρέπει να καλυφθούν, σε συνδυασμό με τις νέες ακριβότερες θεραπείες που εγκρίνονται διεθνώς, προσβλέποντας στην καλύτερη θεραπευτική αντιμετώπιση των παθήσεων.
H πρόεδρος του Ταμείου Καινοτομίας, της Επιτροπής Διαπραγμάτευσης και του ΕΟΠΥΥ Βασιλική – Κωνσταντίνα Γκογκοζώτου
Το βασικό ζητούμενο είναι να μπορούμε να συνδυάζουμε την πρόσβαση των ασθενών στις θεραπείες που πραγματικά χρειάζονται με τη βιωσιμότητα του συστήματος. Και αυτό απαιτεί μια πιο ώριμη προσέγγιση στη φαρμακευτική δαπάνη.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσα χρήματα δαπανούμε. Πρέπει να γνωρίζουμε πού κατευθύνονται, ποια αξία δημιουργούν για τον ασθενή και ποιο είναι τελικά το αποτέλεσμα της δαπάνης αυτής. Χρειαζόμαστε, επομένως, καλύτερα δεδομένα, αποτελεσματικότερους μηχανισμούς και μεγαλύτερη σύνδεση των αποφάσεων αποζημίωσης με το πραγματικό θεραπευτικό όφελος.
Παράλληλα, το Ταμείο Καινοτομίας εισάγει μια διαφορετική λογική: να μπορούμε να δίνουμε ταχύτερα πρόσβαση σε πραγματικά καινοτόμες θεραπείες, χωρίς να περιμένουμε να ολοκληρωθεί όλη η διαδικασία της αξιολόγησης και της διαπραγμάτευσης, αλλά και χωρίς να εγκαταλείπουμε την επιστημονική τεκμηρίωση. Το ζητούμενο είναι να συνδυάσουμε την έγκαιρη πρόσβαση με μια διαδικασία που μας επιτρέπει να μαθαίνουμε και να αξιολογούμε στην πράξη.
Η διαθεσιμότητα ενός εγκεκριμένου φαρμάκου στη χώρα μας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για σοβαρές παθήσεις ή για θεραπείες χωρίς ουσιαστική εναλλακτική, είναι ένας κρίσιμος παράγοντας.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε κάθε περίπτωση με τον ίδιο τρόπο ούτε να αποσυνδέουμε την πρόσβαση από την αξιολόγηση της θεραπευτικής αξίας και τη βιωσιμότητα της φαρμακευτικής δαπάνης.
Χρειάζεται, επομένως, να αναγνωρίζουμε τις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει πραγματική κλινική ανάγκη και να αναζητούμε οικονομικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την πρόσβαση, ενώ παράλληλα περιορίζουν την οικονομική αβεβαιότητα για το σύστημα και, όπου υπάρχει, τη θεραπευτική αβεβαιότητα.
Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ σημαντική τη μετάβαση από οριζόντιες επιβαρύνσεις σε πιο προβλέψιμους και κατάλληλους για κάθε περίπτωση μηχανισμούς, όπως οι κλειστοί προϋπολογισμοί, όπου αυτό είναι εφικτό.
Η αξιολόγηση παραμένει το πλέον κρίσιμο στάδιο της διαδικασίας και θα λαμβάνει υπόψη το σύνολο των διαθέσιμων δεδομένων, το μέγεθος και τη σοβαρότητα της θεραπευτικής ανάγκης, τον βαθμό καινοτομίας και την αναμενόμενη κλινική αξία της θεραπείας.
