Η αμερική είναι ισχυρή... αλλά χάνει τη κυριαρχία της
Σε αντίθεση με μεγάλο μέρος της 250ετούς ιστορίας της χώρας, είναι η ανερχόμενη άποψη ότι αυτή η χώρα των μεταναστών βλάπτεται από τους ίδιους τους μετανάστες.
Αλλά μήπως η παγκόσμια ισχύς της Αμερικής βρίσκεται πράγματι σε παρακμή; Και ποια είναι η φύση της αμερικανικής δύναμης; Αυτά είναι ερωτήματα για τα οποία πολλοί πολιτικοί εκφράζουν απόψεις, οι οποίες με τη σειρά τους μπορούν να βοηθήσουν στη νίκη στις εκλογές, να καθοδηγήσουν την πολιτική και να αναδιαμορφώσουν τον κόσμο.
Έτσι, με αφορμή την 250ή επέτειο της Αμερικής, ο Economist αποφάσισε να μετακινηθεί από το υποκειμενικό στο ποσοτικό, πραγματοποιώντας μια εμπειρική εξέταση της παγκόσμιας ισχύος των ΗΠΑ. Από οικονομική, στρατιωτική και τεχνολογική άποψη, η χώρα είναι πλουσιότερη, ισχυρότερη και πιο εξελιγμένη από ποτέ. Ωστόσο, η σχετική της θέση δεν είναι αυτή που ήταν.
O Economist διαπιστώνει ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία, η κυριαρχία της φαίνεται να υποχωρεί — με αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα και που ενδέχεται να ενισχύσουν ορισμένες μορφές ισχύος και να αποδυναμώσουν άλλες.
Η ραγδαία ανοδική πορεία της χώρας μπορεί να παρακολουθηθεί πιο εύκολα μέσω της ανάπτυξης της οικονομίας της. Το 1820, έτος κατά το οποίο άρχισαν να καταγράφονται συγκρίσιμα οικονομικά στοιχεία, η Αμερική ήταν μια μικρή χώρα με περίπου 10 εκατομμύρια κατοίκους, συμπεριλαμβανομένων των Ευρωπαίων αποίκων, των σκλάβων και των ιθαγενών Αμερικανών.
Η έκτασή της ήταν λιγότερο από το μισό της σημερινής· η οικονομία της ήταν περίπου το ένα δέκατο εκείνης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η οποία με τη σειρά της επισκιάζονταν από την Κίνα της δυναστείας των Τσινγκ, η οποία έλεγχε περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής.
Με την ώθηση του πολέμου, της αποικιοκρατίας και της βιομηχανικής επανάστασης, η Βρετανική Αυτοκρατορία ξεπέρασε την Κίνα ως τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου γύρω στο 1840, όταν βρισκόταν σε εξέλιξη ο πρώτος πόλεμος του οπίου μεταξύ των δύο χωρών. Η Αμερική, παρόλα αυτά, την πλησίαζε με γρήγορους ρυθμούς.
Η εφεύρεση της μηχανής αποκοκκισμού βαμβακιού το 1793 και η χρήση της δουλείας είχαν ως αποτέλεσμα η χώρα να παράγει το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου βαμβακιού μέχρι τη δεκαετία του 1850. Η Αμερική επεκτάθηκε, συχνά με βίαιο τρόπο, προς τα δυτικά, αποκτώντας φυσικούς πόρους που θα προκαλούσαν τον φθόνο ολόκληρου του κόσμου.
Τα απέραντα δάση παρείχαν ξυλεία για ταχεία κατασκευή. Τα στρατηγικά τοποθετημένα λιμάνια και ο ποταμός Μισισιπής παρείχαν διαδρομές για τις εξαγωγές. Τα ανθρακωρυχεία στην Πενσυλβάνια, τα Αππαλάχια και τις Μεσοδυτικές περιοχές τροφοδοτούσαν σιδηροδρόμους και εργοστάσια· τα πλούσια κοιτάσματα σιδηρομεταλλεύματος των Μεγάλων Λιμνών τροφοδοτούσαν χαλυβουργεία. Ο εμφύλιος πόλεμος έπληξε σοβαρά τη χώρα, αλλά δεν την κατέστρεψε, τερματίζοντας τη δουλεία το 1865.
Με ταχείς ρυθμούς εκβιομηχάνισης, η Αμερική ξεπέρασε τη Μεγάλη Βρετανία ως μεγάλη καταναλώτρια ενέργειας το 1891. Ο Economist υπολογίζει ότι το 1899 — μετά τον ισπανοαμερικανικό πόλεμο και τη Συνθήκη του Παρισιού, η οποία της έδωσε τον έλεγχο του Πουέρτο Ρίκο, του Γκουάμ και των Φιλιππίνων — έλεγχε περισσότερη εύφορη γη από οποιαδήποτε άλλη χώρα εκτός από τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1903, η Αμερική είχε τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο.
