«άνισος πόλεμος» στη μεσόγειο

«άνισος πόλεμος» στη μεσόγειο

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Ο αντιπρόεδρος της ισπανικής ένωσης εφοπλιστών αλιείας Cepesca, Χοσέ Μαρία Γκαγιάρτ, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι οι ευρωπαϊκοί στόλοι καλούνται να λειτουργήσουν υπό ένα από τα αυστηρότερα κανονιστικά πλαίσια παγκοσμίως, ενώ την ίδια στιγμή ανταγωνίζονται σκάφη γειτονικών χωρών που δεν υπόκεινται στους ίδιους περιορισμούς.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περιοχή της Αλμποράν, ανάμεσα στην Ισπανία και το Μαρόκο, αλλά και σε άλλες περιοχές της δυτικής Μεσογείου όπου παραδοσιακά δραστηριοποιούνται αλιευτικά από την Ανδαλουσία, την Αλμερία και τη Μούρθια. Σύμφωνα με τις καταγγελίες των αλιέων, σκάφη από τη Βόρεια Αφρική συνεχίζουν να χρησιμοποιούν παρασυρόμενα δίχτυα (drift nets) για την αλιεία ξιφία, μια πρακτική που έχει απαγορευθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από τη δεκαετία του 1990 λόγω των σοβαρών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Τα συγκεκριμένα δίχτυα θεωρούνται ιδιαίτερα επιβλαβή για τα θαλάσσια οικοσυστήματα, καθώς παγιδεύουν όχι μόνο τα εμπορικά είδη-στόχους αλλά και δελφίνια, χελώνες, καρχαρίες και άλλα προστατευόμενα είδη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση τα απαγόρευσε στο πλαίσιο της προσπάθειας για βιώσιμη διαχείριση των αλιευτικών πόρων, όμως οι Ευρωπαίοι αλιείς υποστηρίζουν ότι η απαγόρευση αυτή λειτουργεί τελικά εις βάρος τους όταν δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο στις γειτονικές χώρες.

Η κατάσταση προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια καθώς οι ευρωπαϊκοί στόλοι υπόκεινται σε συνεχείς ελέγχους, επιθεωρήσεις και περιορισμούς. Όπως καταγγέλλουν οι εκπρόσωποι του κλάδου, τα αλιευτικά της ΕΕ βρίσκονται συχνά αντιμέτωπα με αυστηρές διαδικασίες ελέγχου, ενώ λίγα μίλια μακριά δραστηριοποιούνται ανταγωνιστές που δεν ακολουθούν τους ίδιους κανόνες.

Πέρα από τις τεχνικές αλιείας, οι Ευρωπαίοι ψαράδες εκφράζουν έντονη ανησυχία και για την ανταγωνιστικότητα του στόλου τους. Στη Μεσόγειο δραστηριοποιούνται σήμερα περίπου 550 ισπανικά αλιευτικά σκάφη, ενώ όπως αναφέρεται τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι οργανώσεις του κλάδου, οι στόλοι του Μαρόκου και της Αλγερίας αριθμούν συνολικά περίπου 700 σκάφη και συνεχίζουν να εκσυγχρονίζονται με ταχείς ρυθμούς.

Αντίθετα, οι ευρωπαϊκοί κανόνες κρατικών ενισχύσεων και η Κοινή Αλιευτική Πολιτική περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες ανανέωσης του στόλου. Οι αλιείς υποστηρίζουν ότι καλούνται να αντιμετωπίσουν διεθνή ανταγωνισμό με παλαιότερα και ακριβότερα στη λειτουργία σκάφη, γεγονός που μειώνει περαιτέρω την ανταγωνιστικότητά τους.

Η ένταση ενισχύεται και από την ενεργειακή κρίση που πυροδότησε η αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου έχει επηρεάσει δραματικά το κόστος λειτουργίας των αλιευτικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την Cepesca, τα καύσιμα που παλαιότερα αντιπροσώπευαν περίπου το ένα τρίτο του κόστους παραγωγής ενός αλιευτικού σκάφους, φθάνουν πλέον να απορροφούν έως και το 70% των συνολικών δαπανών σε ορισμένες περιπτώσεις.

Παράλληλα, ο κλάδος ζητά την αναθεώρηση του πολυετούς σχεδίου διαχείρισης της αλιείας στη Μεσόγειο, το οποίο έχει επιβάλει σημαντικές μειώσεις στις ημέρες αλιευτικής δραστηριότητας των μηχανότρατων. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των αλιέων, από το 2019 μέχρι σήμερα η αλιευτική προσπάθεια έχει μειωθεί κατά περίπου 44%, ενώ η απασχόληση στα πληρώματα των μηχανότρατων έχει περιοριστεί σχεδόν κατά 50%.

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υποστηρίζουν ότι οι περιορισμοί ήταν αναγκαίοι για την ανάκαμψη των αλιευτικών αποθεμάτων που είχαν υποστεί υπερεκμετάλλευση επί δεκαετίες. Ωστόσο, οι επαγγελματίες του κλάδου επιμένουν ότι τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ήδη σημάδια βελτίωσης των αλιευτικών πεδίων και ζητούν μια πιο ευέλικτη προσέγγιση που θα επιτρέπει την οικονομική βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προετοιμάζει τον νέο πολυετή προϋπολογισμό της Ένωσης για την περίοδο 2028-2034. Οι οργανώσεις των αλιέων θεωρούν ανεπαρκή τα περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ που προβλέπονται για τον ευρωπαϊκό αλιευτικό τομέα, υποστηρίζοντας ότι το ποσό δεν επαρκεί για να χρηματοδοτήσει την πράσινη μετάβαση, τον εκσυγχρονισμό του στόλου και την προσαρμογή στις νέες γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες.