Φαρμακευτικές: ο φόρος έως 200% στα γενόσημα φάρμακα του τραμπ απειλεί την προσφορά φτηνών φαρμάκων στις ηπα
Ένα νέο μέτωπο στον εμπορικό του πόλεμο ανοίγει ο Ντόναλντ Τραμπ, αυτήν τη φορά με τις φαρμακευτικές. Η αμερικανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι οι παραγωγοί γενόσημων φαρμάκων θα έχουν περιθώριο δύο ετών για να μεταφέρουν την παραγωγή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Διαφορετικά, από τον Αύγουστο του 2028 θα βρεθούν αντιμέτωποι με δασμούς εισαγωγής ύψους 100%, οι οποίοι έναν χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 2029, θα διπλασιαστούν στο 200%, αναφέρει το Bloomberg.
Τα γενόσημα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του αμερικανικού συστήματος υγείας, καθώς αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 90% των συνταγογραφούμενων φαρμάκων στις ΗΠΑ. Πρόκειται για σκευάσματα των οποίων έχουν λήξει οι πατέντες και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεραπειών, από κοινά παυσίπονα και αντιβιοτικά έως φάρμακα για τη χοληστερόλη, την υπέρταση και τον καρκίνο. Η μεγάλη πλειονότητά τους παράγεται σήμερα σε εργοστάσια στην Ινδία, στην Κίνα και ευρωπαϊκές χώρες, όπου το κόστος παραγωγής είναι σημαντικά χαμηλότερο.
Η κυβέρνηση Τραμπ υπερασπίζεται την πολιτική αυτή υποστηρίζοντας ότι θα ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή και θα δημιουργήσει νέες επενδύσεις και θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ. Παράλληλα, ο πρόεδρος έχει αναδείξει το υψηλό κόστος των φαρμάκων ως κεντρικό ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026, επιδιώκοντας να μειώσει τη διαφορά ανάμεσα στις τιμές που πληρώνουν οι Αμερικανοί καταναλωτές και εκείνες που ισχύουν σε άλλες χώρες. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση προχώρησε πρόσφατα και στη δημιουργία της πλατφόρμας απευθείας πώλησης φαρμάκων με την ονομασία TrumpRX.
Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές αμφισβητούν ότι η μεταφορά της παραγωγής στις ΗΠΑ θα οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές. Αντίθετα, επισημαίνουν ότι το εργατικό κόστος και τα έξοδα λειτουργίας είναι σημαντικά υψηλότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με χώρες όπως η Ινδία, γεγονός που θα αυξήσει το κόστος παραγωγής.
Ο Νέιθαν Γκρέι, ανώτερος ερευνητής στο Institute for International Trade του Πανεπιστημίου της Αδελαΐδας, εκτίμησε στο Bloomberg ότι η πολιτική αυτή ενδέχεται να περιορίσει την πρόσβαση των Αμερικανών σε οικονομικά γενόσημα φάρμακα. Όπως σημειώνει, οι εταιρείες θα αναγκαστούν είτε να αυξήσουν σημαντικά τις τιμές είτε να εγκαταλείψουν την αγορά, μειώνοντας τον ανταγωνισμό και οδηγώντας περισσότερους ασθενείς στα ακριβότερα επώνυμα φάρμακα.
Η αντίδραση των αγορών ήταν άμεση, με τον δείκτη Nifty Pharma, που περιλαμβάνει τις μεγαλύτερες φαρμακοβιομηχανίες της Ινδίας, να υποχωρεί έως και 1,9%. Ωστόσο, δεν είναι ακόμη σαφές εάν οι νέοι δασμοί θα εφαρμοστούν πλήρως στις ινδικές εταιρείες, καθώς η εμπορική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ ΗΠΑ και Ινδίας τον Φεβρουάριο του 2026 προβλέπει ειδικές διαπραγματεύσεις για τα γενόσημα φάρμακα και τις δραστικές φαρμακευτικές ουσίες.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι πολλά ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα στις ΗΠΑ προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την Ινδία. Σύμφωνα με προηγούμενη ανάλυση του Bloomberg, περίπου το 65% όλων των αντισυλληπτικών χαπιών που χορηγήθηκαν στις ΗΠΑ το 2024 κατασκευάστηκαν από δύο ινδικές εταιρείες, τις Glenmark Pharmaceuticals και Lupin. Αντίστοιχα, σημαντικό μέρος των θεραπειών για την υπέρταση και την κατάθλιψη προέρχεται επίσης από ινδικά εργοστάσια.
Οι ίδιες οι φαρμακοβιομηχανίες υποστηρίζουν ότι η προσαρμογή στα νέα δεδομένα δεν είναι εύκολη. Ο αναλυτής Βισάλ Μαντσάντα της Systematix Group ανέφερε στο Bloomberg ότι η δημιουργία ενός νέου εργοστασίου παραγωγής στις ΗΠΑ απαιτεί επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων και τουλάχιστον τρία χρόνια μέχρι να τεθεί σε πλήρη λειτουργία, διάστημα μεγαλύτερο από αυτό που προβλέπει το χρονοδιάγραμμα των δασμών. Κατά την άποψή του, αρκετές εταιρείες ενδέχεται να επιλέξουν να μειώσουν την έκθεσή τους στην αμερικανική αγορά και να στραφούν σε άλλες χώρες.
Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται στη συνολικότερη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ για την ενίσχυση της εγχώριας φαρμακευτικής παραγωγής. Παράλληλα με τα γενόσημα, ο Λευκός Οίκος εξετάζει την επιβολή δασμών έως και 100% και σε ορισμένα εισαγόμενα πρωτότυπα φάρμακα, ενώ χρησιμοποιεί την απειλή των δασμών ως διαπραγματευτικό εργαλείο απέναντι τόσο σε ξένες κυβερνήσεις όσο και στις μεγάλες πολυεθνικές του κλάδου. Ήδη αρκετοί κολοσσοί της φαρμακοβιομηχανίας, όπως η Merck και η Eli Lilly, έχουν συνάψει συμφωνίες με την αμερικανική κυβέρνηση, επιδιώκοντας να αποφύγουν τις πιο επώδυνες συνέπειες των νέων εμπορικών μέτρων.
