Η αύξηση του πετρελαίου σβήνει τα κέρδη των εξαγωγών
Μέσα σε έναν μόλις μήνα, το ακριβό πετρέλαιο κατάφερε να εξαφανίσει ό,τι κέρδισε η υπόλοιπη ελληνική οικονομία από την αύξηση των εξαγωγών και τη συγκράτηση των εισαγωγών.
Η προειδοποίηση είχε ήδη έρθει από τη Eurostat, όταν το δεύτερο τρίμηνο του 2026, η αξία των εισαγωγών αργού πετρελαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε κατά 55,8%, παρ’ ότι ο εισαγόμενος όγκος παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος, με άνοδο μόλις 1,2%. Η Ευρώπη αν και δεν χρειάστηκε περισσότερο πετρέλαιο, πλήρωσε πολύ ακριβότερα σχεδόν την ίδια ποσότητα, μεταφέροντας εισόδημα στις χώρες παραγωγής και επιβαρύνοντας τις οικονομίες της με νέο εισαγόμενο πληθωρισμό.
Η ισχυρή παρουσία των ελληνικών διυλιστηρίων στις διεθνείς αγορές περιόρισε μέρος της ζημιάς, καθώς οι εξαγωγές πετρελαιοειδών αυξήθηκαν κατά περίπου 480 εκατ. ευρώ. Δεν κατάφεραν, ωστόσο, να καλύψουν τον λογαριασμό των εισαγωγών. Το καθαρό πετρελαϊκό έλλειμμα υπερδιπλασιάστηκε, από περίπου 266 εκατ. ευρώ σε 623 εκατ. ευρώ, επιβαρύνοντας το εμπορικό ισοζύγιο κατά 357 εκατ. ευρώ μέσα σε έναν μήνα.
Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το εμπορικό έλλειμμα της χώρας μειώθηκε τον Ιούλιο κατά 261,3 εκατ. ευρώ ή 9,5%, καθώς οι εξαγωγές αυξήθηκαν και οι εισαγωγές υποχώρησαν. Η βελτίωση αυτή όχι μόνο εξανεμίστηκε από την ενέργεια, αλλά το συνολικό έλλειμμα κατέληξε να αυξηθεί κατά 95,7 εκατ. ευρώ, φτάνοντας τα 3,11 δισ. ευρώ.
Το ισχυρό εξαγωγικό αντίβαρο δεν πρέπει να συγχέεται με εξάλειψη του ενεργειακού κινδύνου, την ώρα που ένα σημαντικό τμήμα της ανόδου των εξαγωγών αντανακλά την υψηλότερη διεθνή τιμή των καυσίμων και όχι αναγκαστικά αντίστοιχη αύξηση των παραγόμενων ποσοτήτων ή της πραγματικής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, τα οφέλη συγκεντρώνονται στον εξαγωγικό κλάδο της διύλισης, ενώ το ακριβότερο πετρέλαιο διαχέεται στο σύνολο της οικονομίας μέσω των μεταφορών, της γεωργίας, της βιομηχανίας, των κατασκευών και του τουρισμού.
Η νέα επιβάρυνση έρχεται σε μια στιγμή κατά την οποία το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών έχει ήδη φτάσει τα 9,3 δισ. ευρώ στο επτάμηνο, αυξημένο κατά περίπου 1,5 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2025, παρά την άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και τη βελτίωση του εμπορίου αγαθών. Η συγκεκριμένη διεύρυνση δεν προκλήθηκε κυρίως από την ενέργεια, αλλά από την επιδείνωση των ισοζυγίων εισοδημάτων. Ο Ιούλιος δείχνει, ωστόσο, πόσο γρήγορα μπορεί να προστεθεί και το πετρέλαιο στο πρόβλημα, εάν οι διεθνείς τιμές παραμείνουν πάνω από τα 100 δολάρια.
Για την ανάπτυξη, ο κίνδυνος είναι διπλός, αφού από τη μία πλευρά, τα νοικοκυριά περιορίζουν άλλες δαπάνες για να καλύψουν καύσιμα, μετακινήσεις και θέρμανση. Από την άλλη, οι επιχειρήσεις βλέπουν το κόστος παραγωγής και διανομής να αυξάνεται, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους ή μεταφέροντας τις ανατιμήσεις στις τελικές τιμές. Η πίεση στον πληθωρισμό διατηρεί παράλληλα τα επιτόκια ψηλά, ακριβαίνοντας ακόμη περισσότερο τη χρηματοδότηση επενδύσεων.
