Ο δημοσιονομικός θρίαμβος και η αγοραστική κατάρρευση
Η σύγχρονη ελληνική οικονομία βιώνει μια βαθιά διαρθρωτική αντίθεση. Από τη μία πλευρά, το κράτος πετυχαίνει ιστορικά ορόσημα: η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, τα διαδοχικά πρωτογενή πλεονάσματα και η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους έχουν συμπιέσει το κόστος δανεισμού σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα παραδοσιακών οικονομικών δυνάμεων της Ευρωζώνης. Από την άλλη πλευρά, η μικροοικονομική πραγματικότητα συντίθεται από έναν επίμονο πληθωρισμό -που κινείται ξανά πάνω από το 5%- και μια συστηματική διάβρωση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Έντονη αντίθεση ανάμεσα στη μακροοικονομική πρόοδο και τη μικροοικονομική δυσχέρεια
Για να κατανοηθεί το φαινόμενο, απαιτείται ανατομία των μηχανισμών που αποσυνδέουν την ευημερία των αριθμών από την επιβίωση των νοικοκυριών.
Ο πληθωρισμός δεν είναι αποτέλεσμα μόνο εισαγόμενων ενεργειακών σοκ, αλλά αντανάκλαση εγχώριων στρεβλώσεων. Η περιορισμένη αλληλοεπικάλυψη ανταγωνισμού σε κρίσιμους κλάδους επιτρέπει στα επιχειρηματικά περιθώρια κέρδους να παραμένουν υψηλά, ενσωματώνοντας τις αυξήσεις στις τελικές τιμές καταναλωτή. Η απουσία αυστηρών ρυθμιστικών αντίβαρων προκαλεί σοβαρές στρεβλώσεις.
Το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα παραμένει καθηλωμένο κοντά στα επίπεδα της δεκαετούς κρίσης. Την ίδια στιγμή, τα ανελαστικά έξοδα (στέγαση, ενέργεια, βασική διατροφή) αντιπροσωπεύουν δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού. Όταν τα πάγια έξοδα απορροφούν το 60-70% του μηνιαίου εισοδήματος, ένας πληθωρισμός της τάξης του 5% δεν αφαιρεί απλώς αγοραστική δύναμη, προκαλεί δομική αδυναμία αποταμίευσης και σταδιακή φτωχοποίηση.
Η κρατική απόκριση απέναντι στην ακρίβεια συμπυκνώνεται συχνά σε έκτακτα επιδόματα και στοχευμένες ενισχύσεις. Αν και ανακουφίζουν βραχυπρόθεσμα τα οξύτερα περιστατικά, τα επιδόματα συνιστούν αναποτελεσματική οικονομική πολιτική:
-Συντηρούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα, καθώς επιδοτούν τη ζήτηση αντί να διορθώνουν την προσφορά.
-Ενισχύουν μια σχέση εξάρτησης του πολίτη από το κράτος-αρωγό, αντί να δημιουργούν συνθήκες αυτοδύναμης οικονομικής ασφάλειας.
Η μακροοικονομική σταθερότητα είναι αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι ικανή για την κοινωνική ευημερία. Μια χώρα δεν μπορεί να θεωρείται οικονομικά επιτυχημένη επειδή οι διεθνείς αγορές αγοράζουν τα ομόλογά της με χαμηλό επιτόκιο, όταν η παραγωγική της βάση παραμένει αμετάβλητη και οι πολίτες της αδυνατούν να καλύψουν βασικές ανάγκες.
-Αλλαγή φορολογικού μίγματος: Σταδιακή μετατόπιση από τους έμμεσους στους άμεσους φόρους για τη μείωση της πίεσης στα βασικά αγαθά.
