Ρεκόρ εισαγωγών εσπεριδοειδών στην εε

Ρεκόρ εισαγωγών εσπεριδοειδών στην εε

Χρόνος ανάγνωσης: 2 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Ιστορικό ρεκόρ εισαγωγών εσπεριδοειδών κατέγραψε η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά την τρέχουσα εμπορική περίοδο, καθώς οι ποσότητες που εισήλθαν στην ευρωπαϊκή αγορά αυξήθηκαν κατά περίπου 15% σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά.

Από τον Σεπτέμβριο του 2025 έως και τον Μάιο του 2026, οι εισαγωγές πορτοκαλιών, λεμονιών, μανταρινιών, κλημεντινών και άλλων εσπεριδοειδών ανήλθαν συνολικά σε 1.572.564 τόνους. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ποσότητα που έχει καταγραφεί από την έναρξη της σχετικής ιστορικής σειράς.

Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε έκθεση του ισπανικού υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων για την πορεία της περιόδου των εσπεριδοειδών. Σύμφωνα με το υπουργείο, η εντυπωσιακή αύξηση οφείλεται κυρίως στις εισαγωγές από τη Νότια Αφρική κατά τον Σεπτέμβριο, καθώς και στις μεγάλες ποσότητες που απέστειλαν η Αίγυπτος και η Τουρκία από τις αρχές του 2026.

Οι εισαγωγές ξεπέρασαν ακόμη και εκείνες της περιόδου 2022-2023, η οποία κατείχε μέχρι σήμερα το σχετικό ρεκόρ.

Η συνολική αξία των εισαγόμενων εσπεριδοειδών ανήλθε σε 1,564 δισ. ευρώ, επίσης στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων περιόδων. Σε σύγκριση με το διάστημα Σεπτεμβρίου-Μαΐου της προηγούμενης εμπορικής χρονιάς, η αξία αυξήθηκε κατά 16,4%.

Η άνοδος είναι ακόμη μεγαλύτερη εάν γίνει σύγκριση με τον μέσο όρο των πέντε προηγούμενων περιόδων, καθώς φτάνει το 30,8%.

Η αύξηση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλες τις κατηγορίες. Τη μεγαλύτερη μεταβολή παρουσίασαν τα λεγόμενα μικρά εσπεριδοειδή, στα οποία περιλαμβάνονται τα μανταρίνια και οι κλημεντίνες. Οι εισαγωγές τους αυξήθηκαν κατά 55,4% ως προς τον όγκο, καταγράφοντας νέο ιστορικό ρεκόρ.

Ανοδική ήταν και η πορεία των πορτοκαλιών, με τις εισαγόμενες ποσότητες να αυξάνονται κατά 8,6%.

Σε επίπεδο ολόκληρης της εμπορικής περιόδου, από τον Σεπτέμβριο του 2025 έως τον Μάιο του 2026, η Νότια Αφρική εδραιώθηκε ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής εσπεριδοειδών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η χώρα κάλυψε το 31,4% των συνολικών ευρωπαϊκών εισαγωγών. Οι ποσότητες που απέστειλε ήταν κατά 27,8% υψηλότερες από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας για το αντίστοιχο διάστημα.