Η εκτ κάνει πίσω στη γραφειοκρατία για τις τράπεζες

Η εκτ κάνει πίσω στη γραφειοκρατία για τις τράπεζες

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Μια σιωπηλή αλλά ιδιαίτερα σημαντική αλλαγή συντελείται στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε ότι προχωρά στην κατάργηση δεκάδων εποπτικών εγγράφων, οδηγιών και συστάσεων που αφορούν τη λειτουργία των τραπεζών, σηματοδοτώντας μια προσπάθεια απλοποίησης του κανονιστικού πλαισίου που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια.

Η απόφαση έρχεται ύστερα από έντονες πιέσεις του τραπεζικού κλάδου, ο οποίος υποστηρίζει ότι η συνεχής παραγωγή νέων κανόνων, κατευθυντήριων γραμμών και εποπτικών απαιτήσεων έχει δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα περίπλοκο περιβάλλον, αυξάνοντας το διοικητικό κόστος και δυσκολεύοντας τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Η ΕΚΤ προχώρησε σε εκτεταμένη αναθεώρηση περίπου 130 εγγράφων εποπτείας, αξιολογώντας οδηγίες, εκθέσεις, επιστολές και μεθοδολογίες που είχαν συσσωρευτεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Από αυτή τη διαδικασία προέκυψε ότι περίπου 40 έγγραφα θεωρούνται πλέον παρωχημένα ή χωρίς ουσιαστική χρησιμότητα και θα αποσυρθούν.

Πρόκειται για κείμενα που αφορούσαν διαφορετικές πτυχές της τραπεζικής δραστηριότητας, από πολιτικές διανομής μερισμάτων που είχαν επιβληθεί στη διάρκεια της πανδημίας έως διαδικασίες συλλογής στοιχείων και διοικητικών πρακτικών. Παράλληλα, η ΕΚΤ προτίθεται να αναθεωρήσει τις προσδοκίες της σε ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης, περιορίζοντας τη λεπτομερή παρέμβασή της σε θέματα όπως η διαχείριση κινδύνων, οι αμοιβές στελεχών, η εσωτερική λειτουργία των οργανισμών και ακόμη και ο χρόνος απασχόλησης των μελών των διοικητικών συμβουλίων.

Η κίνηση αυτή δεν αποτελεί απορρύθμιση του τραπεζικού συστήματος, αλλά μια προσπάθεια να καταστεί πιο κατανοητό και λειτουργικό το εποπτικό πλαίσιο. Αυτό τουλάχιστον επιδιώκει να καταστήσει σαφές η ΕΚΤ. Οι αξιωματούχοι της υπογραμμίζουν ότι η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Αντιθέτως, στόχος είναι η μείωση της πολυπλοκότητας χωρίς να μειωθεί η ασφάλεια.

Σύμφωνα με τις ίδιες, η πληθώρα κανονισμών δεν αυξάνει πάντα την αποτελεσματικότητα της εποπτείας. Αντίθετα, συχνά δημιουργεί επικαλύψεις, ασάφειες και διαφορετικές ερμηνείες ανάμεσα στις εθνικές εποπτικές αρχές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένο κόστος συμμόρφωσης, μεγαλύτερη γραφειοκρατία και καθυστερήσεις στη λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων.

Η συζήτηση έχει αποκτήσει και πολιτικές διαστάσεις. Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία έχουν ζητήσει επανειλημμένα μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι η υπερβολική πολυπλοκότητα των κανονισμών περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών απέναντι στους αμερικανικούς και ασιατικούς χρηματοπιστωτικούς ομίλους. Οι κυβερνήσεις των τριών χωρών θεωρούν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να επιβαρύνει υπερβολικά τις δικές της επιχειρήσεις σε μια περίοδο κατά την οποία επιδιώκει περισσότερες επενδύσεις και ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη.

Από την πλευρά της, η ΕΚΤ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντίθετες απαιτήσεις. Από τη μία πρέπει να διατηρήσει ένα αυστηρό πλαίσιο εποπτείας που θα προστατεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Από την άλλη καλείται να απαντήσει στις επικρίσεις ότι η συσσώρευση κανόνων έχει οδηγήσει σε ένα δυσκίνητο και συχνά δυσνόητο σύστημα εποπτείας.

Η αναθεώρηση που ξεκινά σήμερα θεωρείται μόνο η αρχή μιας ευρύτερης μεταρρύθμισης. Οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές αναμένεται να επανεξετάσουν σημαντικό μέρος του κανονιστικού πλαισίου τα επόμενα χρόνια, αναζητώντας τρόπους ώστε οι κανόνες να γίνουν πιο απλοί, πιο σαφείς και πιο αποτελεσματικοί.

Σε μια εποχή που η ευρωπαϊκή οικονομία αναζητά ανάπτυξη, επενδύσεις και ανταγωνιστικότητα απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, η μάχη κατά της γραφειοκρατίας φαίνεται πως περνά πλέον και μέσα από τις αίθουσες της τραπεζικής εποπτείας. Το αν η απλοποίηση θα οδηγήσει σε πιο δυναμικές τράπεζες χωρίς να αυξήσει τους κινδύνους για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί τα επόμενα χρόνια.