Τελικά είμαστε ή νιώθουμε φτωχοί; στο 67,2% η υποκειμενική φτώχεια στο 19,6% η «αντικειμενική»
Εκτός από την αβυσσαλέα απόσταση που μας χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη, η υποκειμενική φτώχεια στην Ελλάδα είναι επίσης υπερτριπλάσια του κινδύνου φτώχειας, που πλήττει το 19,6% του πληθυσμού. Αν μαζί με τον κίνδυνο φτώχειας εξετάσουμε και τον κοινωνικό αποκλεισμό (σοβαρή υλική/κοινωνική στέρηση, χαμηλή ένταση εργασίας) το ποσοστό ανεβαίνει στο 27,5%.
Η μόνη χώρα που βρίσκεται σε χειρότερη, αντικειμενικά, θέση από εμάς είναι η Βουλγαρία με 29% του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό. Ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 20,9%.
Εχω πολλές φορές πει ότι πρέπει να καταπολεμήσουμε την φυσική μας τάση να τα βλέπουμε όλα πιο δύσκολα από όσο είναι στην πραγματικότητα και να αδικούμε και τον εαυτό μας και την χώρα μας. Εκεί τα ΜμΕ δυστυχώς παίζουν αρνητικό ρόλο διότι υπερτονίζουν τα άσχημα. Ναι έχουμε… https://t.co/GO8Q2vtkjV
Στην πρόσκληση του in ανταποκρίθηκε πρώτος ο διευθυντής του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) Νίκος Ρώμπαπας.
Επτά στους δέκα Έλληνες δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Τρεις στους δέκα βρίσκονται, με τα κριτήρια της Eurostat, σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο νούμερα, σαράντα ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες, πυροδότησε ξανά μια γνώριμη αντιπαράθεση: από τη μία όσοι, όπως ο υπουργός Υγείας, βλέπουν στο 67% μια απόδειξη της εθνικής μας μιζέριας, και από την άλλη όσοι το διαβάζουν ως τεκμήριο του ότι η χώρα βουλιάζει. Και οι δύο αυτές πλευρές βλέπουν, ή επιλέγουν να αναδείξουν, ένα κομμάτι μόνο της αλήθειας.
Ο δεύτερος δείκτης, ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, συχνά παρουσιάζεται ως ο κατεξοχήν αντικειμενικός, αλλά η λέξη αυτή μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Κατά κύριο λόγο μετράει πόσοι άνθρωποι ζουν με εισόδημα κάτω από το 60% της διαμέσου της χώρας. Είναι δηλαδή ένας συγκριτικός, σχετικός δείκτης που μετράει τη θέση του καθενός σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες.
Η σύγκριση των δύο αυτών δεικτών μέσα στον χρόνο είναι αποκαλυπτική, και γίνεται ακόμη πιο εύγλωττη αν προσθέσουμε την Ευρώπη. Στην υπόλοιπη ΕΕ οι δύο δείκτες σχεδόν ταυτίζονται: το 2007 περίπου 24% των Ευρωπαίων δήλωνε δυσκολία να τα βγάλει πέρα και περίπου 25% βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή αποκλεισμού. Στην Ελλάδα της ίδιας εποχής, η εικόνα ήταν διχασμένη: στον συγκριτικό δείκτη ήμασταν απλώς μια από τις φτωχότερες χώρες της Ένωσης, τέσσερις μονάδες πάνω από τον μέσο όρο, κοντά στην Ισπανία. Στον υποκειμενικό όμως ήμασταν ήδη ευρωπαϊκή εξαίρεση: 52,6% το 2006, το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των σημερινών χωρών της ΕΕ, μετά τη Βουλγαρία, εν μέσω της προ κρίσης ευημερίας.
Η κρίση εκτόξευσε αυτή την ψαλίδα: η υποκειμενική φτώχεια κορυφώθηκε στο 78,3% το 2013 και η απόσταση των δύο δεικτών ξεπέρασε τις σαράντα μονάδες. Και το πιο εντυπωσιακό δεν είναι η κορύφωση, αλλά αυτό που ακολούθησε: από τότε η ψαλίδα δεν κλείνει. Δώδεκα χρόνια μετά, παραμένει καθηλωμένη κοντά στις σαράντα μονάδες, με τον συγκριτικό δείκτη να έχει επιστρέψει περίπου στα προ κρίσης επίπεδα και την υποκειμενική φτώχεια να μένει δεκαπέντε μονάδες πάνω από το 2006. Στο μεταξύ, η Ευρώπη κινήθηκε αντίθετα: η υποκειμενική φτώχεια στην ΕΕ έπεσε κάτω από το 18%, οπότε ο Έλληνας δηλώνει σήμερα σχεδόν τετραπλάσια δυσκολία από τον μέσο Ευρωπαίο, όταν πριν την κρίση δήλωνε διπλάσια. Η κρίση, δηλαδή, δεν άνοιξε προσωρινά την ψαλίδα, τη μετατόπισε μόνιμα.
Μέρος της απάντησης για την υποκειμενική φτώχεια είναι πολιτισμικό, μας λέει ο διευθυντής του ΚΕΦΙΜ / φωτό: Unsplash – K. Kόλλιας
Πώς εξηγείται αυτό; Ένα μέρος της απάντησης είναι πολιτισμικό: η βιβλιογραφία αναγνωρίζει ότι οι νότιοι Ευρωπαίοι απαντούν πιο απαισιόδοξα σε τέτοιες ερωτήσεις. Παρόμοιο αν και ηπιότερο χάσμα εμφανίζεται στην Κύπρο και στη Μάλτα. Αλλά το μέγεθος του ελληνικού χάσματος, και κυρίως η επιμονή του επί είκοσι χρόνια, δεν εξηγούνται μόνο έτσι.
