Η ελλάδα στενάζει για ένα «κεραμίδι» - πρωταθλήτρια ευρώπης στις δαπάνες στέγασης
Συνολικά, το 2025, το 7,7% των ανθρώπων στην ΕΕ ζούσαν σε νοικοκυριά που δαπανούσαν το 40% ή περισσότερο του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΤτΕ, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 6,6% σε ετήσια βάση το δ’ τρίμηνο του 2024, πλησιάζοντας το ιστορικό υψηλό του γ’ τριμήνου του 2008. Για τα νεόδμητα διαμερίσματα, η αύξηση είναι ακόμη πιο έντονη, αγγίζοντας το 9,1%, ενώ οι τιμές των παλαιότερων ακινήτων κινήθηκαν ανοδικά κατά 4,9%.
Μιλώντας, τον περασμένο Ιούνιο στο Dubrovnik Economic Conference που πραγματοποιήθηκε στην Κροατία, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, τόνισε ότι η οικονομική προσιτότητα της στέγασης αποτελεί πλέον μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές οικονομίες.
Αναφερόμενος στην ελληνική αγορά κατοικίας, επισήμανε ότι τόσο οι τιμές των ακινήτων όσο και τα ενοίκια έχουν καταγράψει σημαντική άνοδο τα τελευταία χρόνια, οδηγώντας σε αυξημένη επιβάρυνση των νοικοκυριών. Όπως σημείωσε, το κόστος στέγασης στην Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η αγορά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Η οικοδομική δραστηριότητα παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα, την ώρα που η ζήτηση ενισχύεται από την αύξηση των εισοδημάτων, τις ξένες επενδύσεις και τη δυναμική του τουρισμού.
Ειδικότερα, όπως αναφέρεται την έκθεση της ΕτΕ τον περασμένο Απρίλιο, η οικοδομική δραστηριότητα για κατοικία, η οποία γνώρισε ιστορικά υψηλούς ρυθμούς αύξησης την περίοδο 2001-08, κατέγραψε έντονη κάμψη κατά την οικονομική κρίση, ενώ η σταδιακή ανάκαμψη μετά το 2020 παραμένει ανεπαρκής.
Χαρακτηριστικά, o μέσος ετήσιος αριθμός νέων οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν για την ανέγερση κατοικιών την περίοδο 2021-24 ανέρχεται σε περίπου 35.000, ενώ ο αντίστοιχος μέσος ετήσιος αριθμός για την περίοδο 2004-08 ήταν περί τις 125.000 άδειες.
Η μεγάλη αύξηση στο κόστος κατασκευής μετά το 2021, αρχικά εξαιτίας των προβλημάτων στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού και στη συνέχεια λόγω της γεωπολιτικής αστάθειας, η οποία επηρέασε το κόστος της ενέργειας και των υλικών αλλά και το κόστος χρηματοδότησης των έργων, περιόρισε τη δυναμική της οικοδομικής δραστηριότητας.
Επιχειρηματικά σχέδια για ανάπτυξη νέων ακινήτων αναβλήθηκαν ή αναπροσαρμόστηκαν, ενώ το πρόσθετο κόστος κατασκευής συμπαρέσυρε ανοδικά τις αξίες των νεόδμητων κατοικιών.
Τέλος, οι συχνές μεταβολές στο θεσμικό πλαίσιο έχουν αρνητική επίπτωση στην οικοδομική δραστηριότητα και στην προσφορά νέων ακινήτων και μειώνουν την ελκυστικότητα της αγοράς για νέες επενδύσεις.
