Η ελληνική εξέλιξη του επιπέδου ευτυχίας - επτά χρόνια στασιμότητας
Η αιώνια συζήτηση γύρω από το αν τα οικονομικά αγαθά και ο πλούτος εξασφαλίζουν την ανθρώπινη ευτυχία απασχολούσε πάντα την ανθρωπότητα. Για δεκαετίες, η κοινή γνώμη ταλαντευόταν ανάμεσα στην κυνική παραδοχή ότι το χρήμα λύνει κάθε πρόβλημα και στη ρομαντική αντίληψη ότι τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή δεν αγοράζονται…
Το παράδοξο της στασιμότητας στην υποκειμενική ευτυχία των Ελλήνων κατά την περίοδο 2019-2025, παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών
Η συστηματική μελέτη της ικανοποίησης από τη ζωή και των κυρίαρχων συναισθημάτων στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2019-2025 αποκαλύπτει ένα βαθύ παράδοξο: παρά τις έντονες μεταβολές, τις κρίσεις και τις περιόδους ανάκαμψης, η υποκειμενική ευτυχία των Ελλήνων χαρακτηρίζεται από μια παρατεταμένη, δομική στασιμότητα.
Τα δεδομένα της περιόδου 2019-2025 δείχνουν ότι η γενική ικανοποίηση από τη ζωή στην Ελλάδα δεν ακολούθησε μια πορεία γραμμικής βελτίωσης, αλλά παρέμεινε εγκλωβισμένη σε ένα στενό στατιστικό εύρος, μεταξύ του 6,3 και του 6,4 στην κλίμακα αξιολόγησης. Η μοναδική έντονη και αξιοσημείωτη απόκλιση από αυτόν τον κανόνα της στασιμότητας καταγράφηκε το 2022, όταν ο δείκτης υπέστη σοβαρή καθίζηση, υποχωρώντας στο 5,9.
Η κάμψη του 2022 δεν ήταν τυχαία, καθώς συνέπεσε με το βίαιο εξωγενές πληθωριστικό σοκ. Το γεγονός ότι η ικανοποίηση επέστρεψε στα προηγούμενα επίπεδα (6,3-6,4) τα επόμενα έτη, αλλά δεν τα ξεπέρασε ποτέ, επιβεβαιώνει ότι η ελληνική κοινωνία έχει αναπτύξει έναν μηχανισμό προσαρμογής σε ένα μέτριο επίπεδο προσδοκιών.
Η παρατεταμένη αυτή στασιμότητα δεν βιώνεται ομοιογενώς από το σύνολο του πληθυσμού. Η στατιστική ανάλυση αποκαλύπτει ότι η κοινωνικοοικονομική τάξη αποτελεί τον ισχυρότερο παράγοντα διαφοροποίησης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, οι πολίτες που ανήκουν στις ανώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις κατέγραφαν συστηματικά δείκτες ικανοποίησης από τη ζωή που άγγιζαν ή και ξεπερνούσαν το 7,2. Αντίθετα, τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα παρέμεναν καθηλωμένα σε επίπεδα κάτω από τη βάση, μεταξύ του 5,5 και του 6,1.
Μέσα σε αυτό το τοπίο της γενικευμένης στασιμότητας, η έρευνα αναδεικνύει μια σημαντική ελληνική ιδιομορφία που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα διεθνή δεδομένα. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Ευτυχίας (World Happiness Report), στις περισσότερες δυτικές χώρες καταγράφεται μια ανησυχητική και πρωτοφανής πτώση στην ικανοποίηση των νέων ηλικίας κάτω των 25 ετών, η οποία αποδίδεται στην κοινωνική απομόνωση, την οικονομική πίεση και τις αρνητικές επιπτώσεις του ψηφιακού περιβάλλοντος.
Στην Ελλάδα, εντούτοις, η ηλικιακή ομάδα 18-34 ετών παρέμεινε σταθερά η πιο ευτυχισμένη και ικανοποιημένη ομάδα καθ’ όλη την περίοδο 2019-2025. Το εύρημα αυτό φαντάζει παράδοξο, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι νέοι στην Ελλάδα έρχονται αντιμέτωποι με τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη και τα υψηλότερα ποσοστά νεανικής ανεργίας στην Ευρώπη.
Η αρνητική αυτή επίδραση, ωστόσο, πλήττει δυσανάλογα τους νέους που προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Ενώ οι προνομιούχοι νέοι διαθέτουν τους υλικούς και κοινωνικούς πόρους για να αναζητήσουν εναλλακτικές, δημιουργικές και εξωστρεφείς διεξόδους στον φυσικό κόσμο, οι λιγότερο ευνοημένοι εγκλωβίζονται ευκολότερα στην ψηφιακή ψευδαίσθηση. Η έλλειψη οικονομικής άνεσης, επομένως, στερεί από το άτομο τα εργαλεία εκείνα που θα μπορούσαν να σπάσουν τον κύκλο της καθημερινής δυσαρέσκειας.
Η διαπίστωση ότι η Ελλάδα βιώνει μια παρατεταμένη στασιμότητα στα επίπεδα ευτυχίας της, παρά την όποια μακροοικονομική σταθεροποίηση, υπογραμμίζει την ανάγκη για μια ριζική επαναξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών. Η οικονομική μεγέθυνση είναι αναγκαία συνθήκη για να μην καταρρεύσει η υλική βάση των πολιτών, αλλά δεν αποτελεί ικανή συνθήκη για την πραγματική ευημερία.
