Ο επικίνδυνος συνδυασμός υψηλών επιτοκίων και ακριβής ενέργειας - οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία

Ο επικίνδυνος συνδυασμός υψηλών επιτοκίων και ακριβής ενέργειας - οι επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία

Χρόνος ανάγνωσης: 2 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Ενώ η μάχη κατά του πληθωρισμού συνεχίζεται η πραγματική οικονομία βιώνει τις παράπλευρες απώλειες μιας διπλής πίεσης. Το υψηλό ενεργειακό κόστος και η σφιχτή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ συνθέτουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ για την επιχειρηματικότητα με χαρακτηριστικά παρατεταμένης κρίσης.

Η ταυτόχρονη επιβάρυνση από το υψηλό ενεργειακό κόστος και τα αυξημένα επιτόκια δανεισμού δημιουργεί έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο για τις ελληνικές επιχειρήσεις

Η προσπάθεια της ΕΚΤ να ανακόψει τις πληθωριστικές πιέσεις μέσω του ακριβότερου χρήματος συμπίπτει με μια περίοδο όπου το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, των καυσίμων, των μεταφορών και των πρώτων υλών παραμένει σε δυσθεώρητα ύψη.

Το ΕΒΕΠ εντοπίζει επτά καίριες επιπτώσεις στην καθημερινή λειτουργία και στη μελλοντική προοπτική της αγοράς:

Η αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ μετακυλίεται σταδιακά και αναπόφευκτα στο κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Αυτό σημαίνει άμεση επιβάρυνση στο κόστος εξυπηρέτησης τόσο των υφιστάμενων δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου όσο και των νέων πιστώσεων, καθιστώντας την πρόσβαση σε κεφάλαια αισθητά ακριβότερη.

Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες με μια δομική αδικία της αγοράς: οι χρηματοδοτήσεις μικρότερης κλίμακας ενέχουν, κατά κανόνα, υψηλότερο επιτοκιακό κόστος σε σχέση με τα μεγάλων διαστάσεων εταιρικά δάνεια. Έτσι, οι μικρότεροι παίκτες της αγοράς επωμίζονται δυσανάλογα μεγάλο βάρος.

Η ανάγκη για ακριβότερο κεφάλαιο κίνησης, σε συνδυασμό με τους φουσκωμένους λογαριασμούς ρεύματος και τις αυξημένες τιμές προμηθειών, συρρικνώνει τα διαθέσιμα ταμειακά διαθέσιμα. Οι καθημερινές χρηματοδοτικές ανάγκες των επιχειρήσεων διογκώνονται, δημιουργώντας σοβαρό έλλειμμα ρευστότητας.

Όσο το κόστος κεφαλαίου αυξάνεται, τόσο περισσότερα επενδυτικά πλάνα καθίστανται οριακά ή οικονομικά ασύμφορα. Κρίσιμες επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό, την παραγωγική αναβάθμιση και την ενεργειακή μετάβαση μετατίθενται για το μέλλον — ακριβώς τη στιγμή που η ελληνική οικονομία έχει απόλυτη ανάγκη από αύξηση της παραγωγικότητας.

Τα υψηλά επιτόκια δεν πλήττουν μόνο τις επιχειρήσεις, αλλά και τα νοικοκυριά. Η αύξηση των δόσεων για στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια περιορίζει το διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα, γεγονός που μεταφράζεται σε μειωμένη κατανάλωση και υποχώρηση του τζίρου στην αλυσίδα της λιανικής.

Σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, η απόσταση ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και τις αποδόσεις των καταθέσεων αποκτά κομβική σημασία. Οι επιχειρήσεις αναζητούν εύλογα μεγαλύτερο ανταγωνισμό στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, προσδοκώντας δικαιότερους και πιο ανταγωνιστικούς όρους χρηματοδότησης.