Fitch: παραμένει στο βββ η αξιολόγηση για την ελλάδα
Στην επιβεβαίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB, με σταθερές προοπτικές προχώρησε η Fitch Ratings. Με την αξιολόγηση της Fitch ολοκληρώνεται ο κύκλος των προγραμματισμένων αξιολογήσεων για το 2026.
Χαμηλοί χρηματοδοτικοί κίνδυνοι: Το κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους και το προφίλ ρευστότητας περιορίζουν τους κινδύνους που συνδέονται με το ακόμη πολύ υψηλό ύψος του. Το Ελληνικό Δημόσιο επωφελείται από την πολύ μεγάλη μέση διάρκεια μέχρι τη λήξη του χρέους, η οποία φθάνει τα 19 έτη, από το υψηλό ποσοστό χρέους με ευνοϊκούς όρους και σταθερό επιτόκιο και από ένα μεγάλο ταμειακό απόθεμα, το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί περίπου στο 12% του ΑΕΠ το 2026.
Το τεκμαρτό επιτόκιο επί του συνολικού χρέους παραμένει χαμηλό, περίπου στο 1,5%, κάτω από την αναμενόμενη ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 4%. Αυτό αντανακλά την περιορισμένη μετακύλιση των επιτοκίων της αγοράς στο κόστος του χρέους, συμπεριλαμβανομένου μέρους του χρέους προς επίσημους πιστωτές, για το οποίο ο επιτοκιακός κίνδυνος έχει αντισταθμιστεί. Τα χαρακτηριστικά αυτά μειώνουν τον κίνδυνο αναχρηματοδότησης, στηρίζουν την πρόσβαση στις αγορές και προσφέρουν ανθεκτικότητα απέναντι στη μεταβλητότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.
Στις προβλέψεις αυτές έχουν ήδη ενσωματωθεί τα μόνιμα μέτρα που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, αξίας περίπου 0,8% του ΑΕΠ, τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως μειώσεις φόρων και στοχευμένες παρεμβάσεις στις δαπάνες, μαζί με την προσωρινή ενεργειακή στήριξη και τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Η αύξηση των εσόδων εξακολουθεί να υπερβαίνει την αύξηση των δαπανών, χάρη στις ισχυρές φορολογικές εισπράξεις, τις κοινωνικές εισφορές και τη βελτιωμένη συμμόρφωση.
Σταθερά στηρίγματα συνετής πολιτικής: Η δέσμευση της Ελλάδας για υγιή δημόσια οικονομικά έχει εξελιχθεί σε πιο διατηρήσιμο πλεονέκτημα για την αξιολόγησή της. Οι επιδόσεις μετά την πανδημία καταδεικνύουν ισχυρό ιστορικό δημοσιονομικής σύνεσης, με ευρεία πολιτική και κοινωνική στήριξη μιας συντηρητικής δημοσιονομικής πολιτικής.
Η δέσμευση αυτή ενισχύεται από θεσμικά στηρίγματα, συμπεριλαμβανομένου του εθνικού δημοσιονομικού κανόνα του 2025, που απαιτεί πρωτογενές πλεόνασμα, και του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ. Τα στοιχεία αυτά στηρίζουν την αξιοπιστία της πολιτικής και την πεποίθηση ότι οποιαδήποτε δημοσιονομική χαλάρωση θα παραμείνει περιορισμένη. Θεωρούμε ότι η πιο χαλαρή δημοσιονομική στάση του προϋπολογισμού του 2027 αποτελεί μετριασμό της υπεραπόδοσης και όχι εξασθένηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Ανάπτυξη με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις: Οι μακροοικονομικές επιδόσεις έχουν παραμείνει ανθεκτικές, παρά το ασθενέστερο εξωτερικό περιβάλλον και την αυξημένη αβεβαιότητα. Προβλέπουμε μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2% την περίοδο 2026–2028, γεγονός που συνεπάγεται τη συνέχιση των καλύτερων επιδόσεων σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Η εγχώρια ζήτηση, ιδιαίτερα οι επενδύσεις και η ιδιωτική κατανάλωση, αποτελεί τον βασικό μοχλό. Τα έργα που συνδέονται με το Next Generation EU, οι δημόσιες επενδύσεις και οι επόμενες ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις αναμένεται να συνεχίσουν να στηρίζουν τον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου και τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν καθοδικοί κίνδυνοι, κυρίως από το εξωτερικό περιβάλλον και από κινδύνους υλοποίησης στο εσωτερικό, οι οποίοι συνδέονται με τον μεγάλο ρόλο των επενδύσεων στο βασικό μας σενάριο.
Παραμένουν οι διαρθρωτικές αδυναμίες που κληροδότησε η κρίση: Η βελτιούμενη αναπτυξιακή εικόνα της Ελλάδας αντισταθμίζεται από επίμονους διαρθρωτικούς περιορισμούς. Οι υψηλότερες επενδύσεις συμβάλλουν στην ανασυγκρότηση του κεφαλαιακού αποθέματος έπειτα από μακρά περίοδο υποεπένδυσης και στηρίζουν τη μεσοπρόθεσμη σύγκλιση. Ωστόσο, η οικονομία εξακολουθεί να φέρει σημαντικά τραύματα από την κρίση χρέους.
Το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από το προ κρίσης ανώτατο επίπεδό του, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ παραμένει χαμηλό σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας έχουν βελτιωθεί ουσιαστικά, με την ανεργία να συνεχίζει να μειώνεται. Ωστόσο, οι ελλείψεις δεξιοτήτων και άλλα διαρθρωτικά εμπόδια υποδηλώνουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί στην παραγωγική ικανότητα.
