Αγορά εργασίας: σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι δεν πληρώνονται τις υπερωρίες

Αγορά εργασίας: σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι δεν πληρώνονται τις υπερωρίες

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Απλήρωτες υπερωρίες, πίεση χρόνου, σωματική και ψυχική καταπόνηση συνθέτουν το τοπίο της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, με 1 στους 3 εργαζόμενους να δηλώνουν ότι δουλεύουν πέρα από το κανονικό ωράριο, ενώ η αναλογία σε μεγάλες επιχειρήσεις (άνω των 250 εργαζομένων) πλησιάζει τον 1 στους 2. Την ίδια στιγμή, περισσότεροι από 4 στους 10 που δηλώνουν ότι εργάζονται υπερωρίες, δεν το πληρώνονται με άμεση αμοιβή.

Τα παραπάνω αποτυπώνονται ανάγλυφα στο δεύτερο μέρος των ευρημάτων της πανελλαδικής έρευνας της ΓΣΕΕ σε δείγμα 6.000 εργαζομένων, για την εργασία, τις δεξιότητες, τη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση και την ποιότητα της εργασίας των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα.

Υπενθυμίζεται ότι το πρώτο μέρος της έρευνας κατέγραψε ένα εργασιακό τοπίο όπου η επένδυση στη γνώση και τις δεξιότητες δεν αποτυπώνεται στις θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν οι εργαζόμενοι, ενώ η πρόσβαση στη συνεχιζόμενη κατάρτιση παραμένει προνόμιο των λίγων.

Συνολικά, τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν ότι η ποιότητα της εργασίας δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο με βάση το ότι υπάρχει δουλειά ή το ύψος των αποδοχών, αλλά πρέπει να συνεκτιμώνται ο χρόνος εργασίας, η αμοιβή των υπερωριών, η ένταση του φόρτου, η εργασιακή ανασφάλεια και οι επιπτώσεις στην υγεία.

Η υπερωριακή απασχόληση, όταν συνδυάζεται με άνιση ή μηδενική αποζημίωση, αυξημένη πίεση και επιδείνωση της σωματικής και ψυχικής υγείας, δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα του ίδιου του εργαζόμενου. Αποτελεί ένδειξη βαθύτερων προβλημάτων στην οργάνωση της εργασίας και στο πλαίσιο προστασίας των εργαζομένων.

Οπως επισημαίνουν οι συντάκτες της έρευνας, η συζήτηση για την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη οφείλει να συνδεθεί πιο ουσιαστικά με το ζήτημα του χρόνου εργασίας, την πραγματική αμοιβή της πρόσθετης εργασίας, την πρόληψη της εργασιακής καταπόνησης και τη διαμόρφωση θέσεων εργασίας που δεν υπονομεύουν την υγεία και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων.

Η έρευνα αναδεικνύει ότι η υπέρβαση του κανονικού ωραρίου αποτελεί σημαντική πλευρά της καθημερινής εργασιακής εμπειρίας. Οι επιπλέον ώρες δεν αφορούν μόνο τη διάρκεια της εργασίας αλλά και την αμοιβή της. Τα ευρήματα δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα των εργαζομένων εργάζεται πέρα από το ωράριό του, ενώ η υπερεργασία αναδεικνύεται ως διαφοροποιημένη, αλλά οριζόντια διάσταση του συνόλου των επιχειρήσεων και των επιμέρους σχέσεων εργασίας.

Η μη άμεση χρηματική αποζημίωση των υπερωριών παραμένει υψηλή σε διαφορετικά μεγέθη επιχειρήσεων. Συνολικά, 43,4% των εργαζομένων που απασχολούνται επιπλέον ώρες δηλώνει ότι δεν λαμβάνει άμεση χρηματική αμοιβή, είτε επειδή δεν πληρώνεται είτε επειδή λαμβάνει άδεια ή ρεπό. Το υψηλότερο ποσοστό καταγράφεται στις επιχειρήσεις 10–49 εργαζομένων, με 46,5%, και ακολουθούν οι επιχειρήσεις 250 εργαζομένων και άνω, με 45,3%, καθώς και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις έως 9 εργαζομένων, με 44,5%.

Η έρευνα αποτυπώνει επίσης τη στενή σύνδεση ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και την υγεία των εργαζομένων. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ποιότητα της εργασίας δεν αποτυπώνεται μόνο με βάση τον μισθό ή τον χρόνο εργασίας, αλλά και στις σωματικές και ψυχικές επιπτώσεις που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι συνδέουν με την εργασία τους.