H αθήνα 252η στον κόσμο: το μεγάλο στοίχημα των πόλεων που ακριβαίνουν

H αθήνα 252η στον κόσμο: το μεγάλο στοίχημα των πόλεων που ακριβαίνουν

Χρόνος ανάγνωσης: 3 λεπτά
Κοινοποίηση Tweet

Στην 252η θέση μεταξύ 1.000 πόλεων του πλανήτη βρίσκεται η Αθήνα στο Global Cities Index 2026 της Oxford Economics, βελτιώνοντας κατά τρεις θέσεις την κατάταξή της σε σχέση με το 2025. Η Θεσσαλονίκη καταλαμβάνει την 439η θέση, με τις δύο μεγαλύτερες ελληνικές πόλεις να εμφανίζουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: οι επιδόσεις τους στην ποιότητα ζωής και στο περιβάλλον είναι αισθητά καλύτερες από εκείνες στην οικονομία και στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Ο δείκτης της Oxford Economics εξετάζει 1.000 πόλεις με βάση πέντε μεγάλες κατηγορίες: Οικονομία, Ανθρώπινο Κεφάλαιο, Ποιότητα Ζωής, Περιβάλλον και Διακυβέρνηση, επιχειρώντας να αποτυπώσει όχι απλώς το οικονομικό τους μέγεθος, αλλά τη συνολική ικανότητά τους να προσελκύουν ανθρώπους, επιχειρήσεις και επενδύσεις.

Η Αθήνα συγκεντρώνει συνολική βαθμολογία 58,4 στα 100. Το ισχυρότερο χαρτί της είναι η ποιότητα ζωής, με 72,6 μονάδες, και ακολουθούν το περιβάλλον με 70,6 και η διακυβέρνηση με 67,4. Πολύ χαμηλότερα βρίσκονται το ανθρώπινο κεφάλαιο, με 51 μονάδες, και κυρίως η οικονομία, με μόλις 44,6.

Η εικόνα είναι εντονότερη στη Θεσσαλονίκη, η οποία συγκεντρώνει συνολικά 44,2 μονάδες. Η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας καταγράφει 70,4 στο περιβάλλον, 67,4 στη διακυβέρνηση και 66,1 στην ποιότητα ζωής, αλλά υποχωρεί στο 35,5 στην οικονομία και μόλις στο 28,7 στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Η φετινή κατάταξη έχει όμως και μια δεύτερη ανάγνωση, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για την Αθήνα. Η εμπειρία της Μαδρίτης και της Βαρκελώνης δείχνει ότι η άνοδος μιας πόλης στην παγκόσμια οικονομική ιεραρχία μπορεί να δημιουργήσει νέες κοινωνικές πιέσεις.

Η Μαδρίτη έχει φθάσει στην 30ή θέση παγκοσμίως και η Βαρκελώνη στην 72η, έχοντας εξελιχθεί σε μαγνήτες επιχειρήσεων, κεφαλαίων, τουρισμού και νέων κατοίκων. Η επιτυχία, όμως, έχει και τίμημα: η προσφορά νέων κατοικιών δεν ακολούθησε την αύξηση της ζήτησης, με αποτέλεσμα την εκτόξευση των τιμών και των ενοικίων.

Το πρόβλημα είναι χαρακτηριστικό μιας νέας πραγματικότητας που αντιμετωπίζουν πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Η οικονομική ανάπτυξη δημιουργεί θέσεις εργασίας και προσελκύει πληθυσμό. Αν όμως δεν συνοδεύεται από νέες κατοικίες, υποδομές και αποτελεσματικές μεταφορές, το κόστος ζωής αυξάνεται και ένα μέρος των ανθρώπων που τροφοδοτούν αυτή την ανάπτυξη δυσκολεύεται τελικά να ζήσει στην ίδια την πόλη.

Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει παρουσιάσει η CaixaBank, την περίοδο 2021-2024 δημιουργήθηκε σωρευτικό έλλειμμα περίπου 765.000 κατοικιών, καθώς ο αριθμός των νέων νοικοκυριών αυξήθηκε πολύ ταχύτερα από την κατασκευή νέων σπιτιών. Περίπου το μισό έλλειμμα συγκεντρώνεται σε πέντε περιοχές: Μαδρίτη, Βαρκελώνη, Βαλένθια, Αλικάντε και Μάλαγα.

Το 72,6 της Αθήνας στην ποιότητα ζωής είναι επομένως ένα σημαντικό πλεονέκτημα, αλλά και κάτι που δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι μια ελκυστική πόλη μπορεί να γίνει θύμα της ίδιας της επιτυχίας της όταν η κατοικία μετατρέπεται σε αγαθό απρόσιτο για ένα αυξανόμενο τμήμα των κατοίκων της.

Για Αθήνα και Θεσσαλονίκη το στοίχημα δεν είναι μόνο να ανεβούν στην παγκόσμια κατάταξη. Είναι να βελτιώσουν την οικονομική τους δυναμική χωρίς να χάσουν ακριβώς εκείνο στο οποίο σήμερα εμφανίζονται ισχυρότερες: τη δυνατότητα να παραμένουν πόλεις στις οποίες αξίζει και μπορεί κανείς  να ζει.